Η καλοσύνη των ξένων

Ελένη Γεώργαρου, 16/09/2026

Ο μικρός Γιάννης, ήταν ένα από τα άτυχα αυτά παιδιά που γεννιούνται είτε από ανεύθυνους, είτε από ανέτοιμους, είτε από αδύναμους γονείς. Γεννήθηκε σε ένα μικρό χωριό από πατέρα μεγάλης ηλικίας που έκανε συστηματική χρήση ουσιών και από μητέρα, που έχοντας ήδη δύο μεγαλύτερα παιδιά χωρίς να τα φροντίζει, γέννησε και τρίτο. Η μητέρα του εγκατέλειπε την οικογένεια και το παιδί της από τα τρία του χρόνια και οριστικά από τα πέντε του. ΄Εφυγε για να ζήσει τη ζωή της, μόνη της και απερίσπαστη από τις γονεϊκές υποχρεώσεις. Ο μικρός Γιάννης, χωρίς εποπτεία και κατάλληλη φροντίδα, αλλά με πολλή αγάπη από τον πατέρα του, πολύ γρήγορα “αυτονομήθηκε”. Δεν πήγαινε σχολείο γιατί δεν του άρεσε και κανείς δεν υπήρχε να του το επιβάλλει, καμιά κοινωνική υπηρεσία δεν ενεργοποιήθηκε ουσιαστικά ώστε να στηρίξει την οικογένεια αυτή όχι με απλές επισκέψεις και συμβουλές του “αέρα”, αλλά με συστηματικές ενέργειες και αναζήτηση κατάλληλων και σταθερών για το παιδί λύσεων. Ο μικρός περιφερόταν στο χωριό, στα διπλανά χωριά, χωρίς επίγνωση κινδύνου και χωρίς κανένα περιορισμό. Ο πατέρας του αναγνωρίζοντας την αδυναμία του να μεγαλώσει το παιδί του, απευθύνθηκε στην κοινωνική υπηρεσία του Δήμου του, ζητώντας ένα ασφαλές περιβάλλον ανατροφής του μικρού παιδιού του. Ποιό μπορούσε να είναι αυτό; Ανάδοχη οικογένεια ή ίδρυμα. Το δεύτερο δεν το συζητούσε κανείς. ΄Οσο για ανάδοχη οικογένεια, επίσης δεν ήταν μια εύκολη επιλογή καθώς το παιδί ήταν στενά συνδεδεμένο συναισθηματικά με τον πατέρα του, το σπίτι του και τον τόπο του ώστε η απομάκρυνσή του στα 5,6,7 του χρόνια θα ήταν ιδιαίτερα τραυματική, δύσκολη και μάλλον ανέφικτη ως προς την προσαρμογή του. Και έτσι περνούσε ο καιρός … και ο μικρός Γιάννης περιφερόταν στους δρόμους. ΄Εχασε την Α΄Δημοτικού, γιατί δεν πατούσε στο σχολείο, έγινε παιδί πανέξυπνο μεν, αλλά επιθετικό, υπερκινητικό, βίαιο προς τους συνομηλίκους του και απολύτως ανοριοθέτητο. Τί πιο φυσικό από αυτό; ΄Ενα παιδί που από τα 3 του χρόνια μαθαίνει να επιβιώνει χωρίς κανένα όριο και χωρίς αναφορά σε κανένα ενήλικα, θα διαμορφώσει αυτονόητα αυτόν το χαρακτήρα. Μέχρι που… η ζωή έδωσε τη λύση της.

Ο Γιάννης, έβρισκε κάποιου είδους θαλπωρή στο ναό του γειτονικού χωριού . Θέλεις ο κόσμος, η ζεστασιά, η επικοινωνία με τους άλλους, πάντως στην εκκλησία αισθανόταν σαν στο σπίτι του, βοηθούσε στα τελετουργικά και αυτό του έδινε χαρά. Εκεί σύχναζε η κυρία Δήμητρα, καθηγήτρια βυζαντινής μουσικής και ψάλτρια με σύζυγο επίσης μουσικό, χωρίς δικά τους παιδιά. Το ευαίσθητο μάτι της έπεσε πάνω στο 7χρονο παιδάκι που πάντα ήταν μόνο του, πολύ ζωηρό που συχνά το μάλωναν ο παπάς και ο νεωκόρος, γιατί έκανε και τις ζημιές του και τη σχετική φασαρία του στο χώρο. Η κυρία Δήμητρα τον υποστήριξε και από την πρώτη στιγμή τον αγκάλιασε και τον συμβούλευσε. Και όπως τα αδέσποτα ζωάκια ακολουθούν τον άνθρωπο που θέλουν να αναλάβει τη φροντίδα τους, έτσι κι ο Γιάννης μεγαλωμένος χωρίς μητέρα, αμέσως αναγνώρισε στο πρόσωπό της τη μητέρα που δεν είχε αλλά χρειαζόταν απελπισμένα. Και αποφάσισε να την κάνει μητέρα του. Ο πατέρας του παιδιού ενόψει και της επικείμενης κράτησης του στις φυλακές λόγω ποινικής καταδίκης του, δέχθηκε με ευγνωμοσύνη την προοπτική ο μικρός να ζήσει με τους ανθρώπους αυτούς που ο γιός του μόνος του επέλεξε για γονείς του. Και έτσι έγινε. Ο μικρός Γιάννης εγκαταστάθηκε στο σπίτι των “ξένων” αλλά τόσο αγαπημένων ανθρώπων.

Και εδώ έρχονται τα κενά του νόμου (4538/2018) που επιβάλλει την αναδοχή του ανηλίκου να αναλαμβάνουν μόνο όσοι είναι εγγεγραμμένοι στο Εθνικό Μητρώο Αναδόχων και μόνο σε κατεπείγουσες περιπτώσεις, η αναδοχή μπορεί να συσταθεί με συγγενείς του παιδιού που δεν είναι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο. Γιατί αυτή η άστοχη ρύθμιση, μόνο για τους συγγενείς; Γιατί έτσι τους ήρθε, γιατί ο νομοθέτης δεν αντιλαμβάνεται – συχνά γιατί δεν γνωρίζει- ότι στη ζωή τα πράγματα δεν έρχονται σύμφωνα με τις προβλέψεις ενός νόμου που μπορεί να είναι ελλιπής και συχνά λανθασμένος και ανεπαρκής, γιατί ενώ επανειλημμένα ζητήσαμε να αλλάξει η διάταξη αυτή και να επιτρέπει την επείγουσα αναδοχή από πρόσωπα που μπορεί να μην είναι συγγενικά αλλά να ανήκουν στο κοινωνικό περιβάλλον του ανηλίκου χωρίς να είναι εγγεγραμμένα στο Εθνικό Μητρώο Αναδόχων αρκεί να πραγματοποιηθεί μια έκθεση καταλληλότητας από την τοπική κοινωνική υπηρεσία και να ακολουθήσει η διαδικασία της εγγραφής στο Εθνικό Μητρώο. Ούτε το είδαν, ούτε το έλαβαν υπόψη τους μέχρι σήμερα.

΄Ομως οι ανάγκες ενός παιδιού και η προτεραιότητα του συμφέροντός του δεν κρίνεται – ευτυχώς- από ατυχείς νομοθετικές διατάξεις. Ο μικρός Γιάννης εγκαταστάθηκε στην κατοικία των ανθρώπων που επέλεξε για γονείς του και ζει ήδη 11 μήνες μαζί τους.΄Ομως το κράτος, δεν έκανε τίποτα για να πλαισιώσει νομικά τη σχέση αυτή. Ενημέρωσαν τους ανάδοχους γονείς ότι πρέπει να εγγραφούν στο Εθνικό Μητρώο Αναδόχων αλλά δεν ενημέρωσαν πόσο χρόνο διαρκεί αυτή η διαδικασία και πώς θα διαχειριστούν ένα παιδί που έχει άμεση ανάγκη περίθαλψης. Οι υποψήφιοι ανάδοχοι ανέλαβαν άμεσα το παιδί που δεν είχε πού αλλού να πάει, το ανατρέφουν με δικά τους έξοδα και του παρέχουν την αναγκαία ψυχοθεραπεία συνοδευοντάς το και πληρώνοντας εξ ιδίων τις ιδιωτικές θεραπείες του, αφού δεν δικαιούνται επίδομα αναδοχής διότι δεν είναι γραμμένοι στο Εθνικό Μητρώο! Και δεν ενεγράφησαν μέχρι τώρα γιατί δεν είχαν σκοπό να γίνουν ανάδοχοι. Απλώς ο μικρός Γιάννης, διάλεξε αυτούς για αναδόχους και έτσι του έκαναν το χατίρι! Και τέτοιες περιπτώσεις υπάρχουν αρκετές. Πρώτα συνδέονται οι άνθρωποι και μετά ακολουθούν οι διαδικασίες (αυτό αποτελεί και το μεγάλο πρόβλημα στην αναδοχή και την υιοθεσία αναπήρων παιδιών. Εάν έμπαιναν άνθρωποι σε ιδρύματα αναπήρων παιδιών και συνδέονταν μαζί τους θα μπορούσαν πολύ πιο εύκολα να γίνονται οι αναδοχές τους αντί να περιμένει το Υπουργείο να δηλώσουν σε μια “ξερή” αίτηση ότι επιθυμούν να αναδεχθούν ανάπηρο παιδί… Αλλά είπαμε, τόσα ξέρουν, τόσα κάνουν).

Καθώς η Εισαγγελία Ανηλίκων δεν προχωρούσε σε διάταξη ώστε να αναθέσει τουλάχιστον την πραγματική φροντίδα του παιδιού στους αναδόχους, θεωρώντας – λανθασμένα – ότι πρέπει να προηγηθεί η εγγραφή στο Εθνικό Μητρώο Αναδόχων του ΕΚΚΑ, δόθηκε μια απλή παραγγελία φιλοξενίας – δεν κατάλαβα τί θέλει να πει αυτή η λέξη – μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο, οπότε ο ανήλικος δεν είχε καμιά νομική σχέση με τους αναδόχους γονείς του. Ως εκ τούτου οι τελευταίοι, δεν μπορούσαν να ενεργήσουν για λογαριασμό του παιδιού στο σχολείο, στις ιατρικές υπηρεσίες και οπουδήποτε χρειαζόταν. Θέσαμε το θέμα στην κοινωνική υπηρεσία του Δήμου και διαπιστώσαμε ότι στους 10 μήνες που ο μικρός μένει με τους “ξένους ανθρώπους”, δεν έκανε ούτε μία εποπτεία της διαβίωσης του παιδιού. Σε ερώτησή μας γιατί δεν εποπτεύετΕ τη σχέση αυτή ώστε να χορηγήσετε και έκθεση παρακολούθησης σε όποιον τη ζητήσει, με έκπληξη μας απάντησαν: “Μας εμείς πηγαίνουμε μόνο αν μας πει ο Εισαγγελέας”. Δηλαδή και εάν δεν πει ο Εισαγγελέας που μετά βεβαιότητας ξέχασε το θέμα μετά την παραγγελία για φιλοξενία, περιμένοντας να ολοκληρωθεί η διαδικασία εγγραφής στο Μητρώο, ενώ όμως το παιδί ζούσε με τους αναδόχους γονείς του, εσείς – η κοινωνική υπηρεσία – δεν θα ενδιαφερθείτε καθόλου; Πόση δουλειά έχει η κοινωνική υπηρεσία μερικών μικρών χωριών του Δήμου που δεν μπορούσε ένας κοινωνικός λειτουργός να κάνει ούτε μια επίσκεψη στην κατοικία των ξένων ανθρώπων που “φιλοξενούν” έναν ανήλικο μέσα σε 10 μήνες; Και πρέπει να το ζητήσει ο Εισαγγελέας για να κάνετε τη δουλειά σας; Αυτά είναι γνωστά βέβαια δεν τα διαβάζετε πρώτη φορά. Θρυαλλίδα για να αναληφθεί νομική πρωτοβουλία από τους εν τοις πράγμασι αναδόχους γονείς, , αποτέλεσε το γεγονός ότι σε ένα μικροατύχημα που είχε ο ανήλικος και ενεπλάκη η αστυνομία, η τελευταία δεν αναγνώριζε το δικαίωμα της ανάδοχης μητέρας ως νόμιμης κηδεμόνος του παιδιού. Και είχε δίκιο. Η εισαγγελική παραγγελία περί “φιλοξενίας” του ανηλίκου δεν σημαίνει απολύτως τίποτα για τη σχέση ανηλίκου με ενήλικα. Με αίτηση του πατέρα του ανηλίκου στο Δικαστήριο για προσωρινή ανάθεση της επιμέλειας στους αναδόχους χωρίς την παρεμβολή Εισαγγελέα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 1532 και 1533 του Αστικού Κώδικα και χωρίς να εξεταστεί το προαπαιτούμενο του 4538/2018, δόθηκε με προσωρινή διαταγή του δικαστή η ανάθεση της προσωρινής επιμέλειας του ανηλίκου στους αναδόχους γονείς, καθώς το δικαστήριο σύμφωνα με το νόμο μπορεί να πάρει κάθε “πρόσφορο μέτρο” για την προστασία του παιδιού, εάν το ζητήσουν οι γονείς, οι πλησιέστεροι συγγενείς, ο Εισαγγελέας ή το Δικαστήριο αυτεπαγγέλτως και υπό ειδικές προϋποθέσεις οι ανάδοχοι γονείς. Το συμπέρασμα είναι ότι το κράτος όχι μόνο δεν έχει την ευελιξία να λειτουργεί ταχύτατα για την προστασία του παιδιού, όχι μόνο δεν εφαρμόζει το νόμο τον οποίο τα όργανά του συχνά δεν γνωρίζουν, υποχρεώνει και τους πολίτες που κάνουν τη δουλειά του, να επιβαρύνονται και οικονομικά για να προστατέψουν ένα παιδί. ΄Ενα παιδί “του δρόμου”.

Σημασία έχει ότι ο Γιάννης βρήκε την οικογένεια που χρειαζόταν. Χάρη στην καλοσύνη των ξένων, αυτών που είναι ΄Ανθρωποι, που ξέρουν να αγαπούν και να προσφέρουν και αντιλαμβάνονται τη χριστιανική θρησκεία (και όχι μόνο) ως πράξη ζωής και όχι ως θεωρία για εντυπωσιασμό στους άλλους. Τώρα μπορούν όλοι να περιμένουν το Κράτος να κάνει τη δουλειά του.. με το πάσο του. Να εγγράψει τους αναδόχους στο Μητρώο αφού κάνει κοινωνική έρευνα καταλληλότητας (τί γελοίο..) και τους βάλει να παρακολουθήσουν “πρόγραμμα εκπαίδευσης”. Οξύμωρο. Και φυσικά θα έπρεπε να προβλεφθεί και νομοθετικά να καταβάλλεται χρηματικό βοήθημα αναδοχής από την ημέρα της πραγματικής ανάληψης της φροντίδας του παιδιού και όχι της εγγραφής στο Μητρώο, όταν η πραγματική κατάσταση επιβάλλει άμεση περίθαλψη του παιδιού.

Το ζήτημα είναι τί θα γινόταν αν η μοίρα (ο Θεός, ισχυρίζεται η κυρία Δήμητρα) δεν έφερνε τον ένα κοντά στον άλλον; Πού θα βρισκόταν και πού θα κατέληγε το πανέξυπνο αυτό παιδάκι, που το μόνο που χρειαζόταν ήταν ένας άνθρωπος να το φροντίζει και να νοιάζεται γι αυτό;

Αφήστε μια απάντηση


The reCAPTCHA verification period has expired. Please reload the page.