Η ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΓΙΑ ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΝΑ ΠΑΡΕΙ ΤΗ ΘΕΣΗ ΠΟΥ ΤΗΣ ΑΞΙΖΕΙ ΤΟ 2025

Το 2024, χρονιά με χαρακτηριστική έξαρση της παιδικής και νεανικής βίας, με τη μορφή του σχολικού και κοινωνικού εκφοβισμού μεταξύ ανηλίκων, ανείπωτης βίας κατά παιδιών μέσα στην οικογένεια, πολλαπλασιασμού των φαινομένων νεανικής παραβατικότητας, με εγκλήματα κυρίως κατά της ζωής, δεν παρακίνησε την κυβέρνηση αλλά ούτε προτάθηκε από την αντιπολίτευση, δεν υιοθετήθηκε – ούτε καν ως σκέψη – η ανάγκη να μπει η πολιτική για την κοινωνική φροντίδα και προστασία του Παιδιού σε πρώτο πλάνο με την ίδρυση ενός Υφυπουργείου ή έστω μιας Γενικής Γραμματείας αποκλειστικά για το Παιδί και τους Νέους που θα προγραμματίζει και θα συντονίζει όλες τις κατάσπαρτες και επικοινωνιακού χαρακτήρα σχετικές πολιτικές των διαφόρων υπουργείων. Μήπως το 2025, είναι η ώρα να αντιληφθούμε την ανάγκη;

Της Ελένης Γεώργαρου*, Κατηγορία: Συνηγορία, 6/1/2025 Χρόνος ανάγνωσης: 20′

Φωτο: pixabay

Τελευταίο κρούσμα της αποσπασματικής κρατικής πολιτικής για την Κοινωνική Προστασία του Παιδιού, λίγο πριν εκπνεύσει το 2024, είναι τα μέτρα που ανακοίνωσε το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης δια του πρωθυπουργού, για την πρόληψη, λέει, του εθισμού των παιδιών από το Διαδίκτυο. Υπονοείται προφανώς , ότι η υπερβολική, αντιστρόφως ανάλογη της σημασίας του μέτρου δημοσιότητα, επίσης περιλαμβάνει  την άποψη ότι αντιμετωπίζοντας τον εθισμό των παιδιών στο Διαδίκτυο (αλήθεια πόσα είναι αυτά;) καταπολεμάται και το βασικό γενεσιουργό αίτιο της νεανικής βίας και παραβατικότητας, που γενικά και αόριστα, χωρίς καμιά ερευνητική καταγραφή και κανένα στατιστικό στοιχείο αποδίδεται στη χρήση του Διαδικτύου. ΄Ομως η προφανής πραγματικότητα είναι ότι τόσο ο εθισμός των παιδιών στο Διαδίκτυο, όσο και η έξαρση της νεανικής βίας και παραβατικότητας μέσα και έξω από το σχολείο, την οικογένεια, την κοινωνία αλλά και επανειλημμένη θυματοποίηση των ίδιων των παιδιών,  είναι  συμπτώματα, ενός περιβάλλοντος ανατροφής του παιδιού (οικογένεια) που νοσεί το ίδιο τόσο πολύ, που δεν μπορεί να παρέχει τις παραμικρές εγγυήσεις φροντίδας στο ανήλικο μέλος του. Η οικογένεια που ενώ  δήθεν της αποδίδεται η κορυφαία σημασία για την αντιμετώπιση του δημογραφικού προβλήματος στην χώρα (!) αφήνεται να λειτουργεί απροσπέλαστη και περίκλειστη από μέτρα κοινωνικής φροντίδας προς τα ανήλικα μέλη της, τα οποία άλλωστε δεν υπάρχουν, παρέχοντάς της μόνο οικονομικές επιδοματικές παροχές, καθώς κατά την τρέχουσα πολιτική (κυβερνητική – αντιπολιτευτική) η κοινωνική ευημερία των παιδιών εξαρτάται μόνο από τον οικονομικό παράγοντα. Τα αποτελέσματα γνωστά…

Επιεικώς αφελής είναι η προσέγγιση του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης, φορέα της συγκεκριμένης πολιτικής,  μέσω της βαρύγδουπης  «Εθνικής Στρατηγικής για την Προστασία των Ανηλίκων από τον Εθισμό των Διαδίκτυο»(!) μετά από πρόταση της σχετικής Εθνικής Επιτροπής για την Αντιμετώπιση της Νεανικής Παραβατικότητας, ως προς τα μέτρα αυτά καθεαυτά που ανακοινώθηκαν, ότι δηλαδή οι γονείς των παιδιών, εάν ενεργοποιηθούν με τα τεχνικά μέσα, θα “σώσουν” τα παιδιά τους. ΄Ομως το μέτρο αυτό,  αξιωματικά αποδέχεται ως προϋπόθεση,  εντελώς ανεξέρευνητη μέχρι σήμερα και άρα αυθαίρετη,  ότι  όλοι οι γονείς ή φροντιστές των ανηλίκων αφενός είναι ενεργοί και συνειδητοί ενήλικες που ενδιαφέρονται να προστατεύσουν το παιδί τους από τον εθισμό στο Διαδίκτυο ή κάθε άλλο εθισμό και συμπεριφορά επικίνδυνα για το Παιδί, ότι κατά τα άλλα το παιδί ζει σε ένα τόσο υγιές και σε επαγρύπνηση οικογενειακό περιβάλλον που περίπου “του ξέφυγε” η κατάσταση με την υπερβολική και επικίνδυνη ενασχόληση του παιδιού με τα ηλεκτρονικά μέσα, και όχι ότι το παιδί που καταλήγει σε κάθε μορφής «εθισμό», στην πραγματικότητα έχει ως διέξοδο ενασχολήσεις που καταλήγουν επικίνδυνες,  για να απομονώνεται από τις ενδοοικογενεικές συγκρούσεις, την ενδοοικογενειακή βία σωματική, λεκτική, ψυχολογική, ρητή ή σιωπηλή, την αδιαφορία και συστηματική παραμέληση μέσα στην οικογένεια και τέλος, ότι οι γονείς ή φροντιστές των ανηλίκων με όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά ή και όχι, έχουν την ικανότητα/δυνατότητα αλλά κυρίως το ενδιαφέρον να ακολουθήσουν τις συστάσεις για να υποστηρίξουν τα παιδιά τους. Όμως μέχρι σήμερα δεν έχουμε στην διάθεσή μας κανένα ερευνητικό αποτέλεσμα που να συνδέει τον εθισμό στο Διαδίκτυο με τις αιτίες που τον προκαλούν. Αντιμετωπίζεται λοιπόν ως ένα φαινόμενο, που «έπεσε από τον ουρανό» και έτσι αντί να σκύψουμε στην αιτία, σκύβουμε μόνο πάνω στο σύμπτωμα που δεν θεραπευτεί ποτέ αν δεν αντιμετωπιστεί η αιτία.

Δεν σκύβουμε λοιπόν να ψάξουμε την ψυχή του παιδιού, «μπλοκάρουμε» τεχνικά την πρόσβασή του στο Διαδίκτυο και ουπς! Το πρόβλημα ως δια μαγείας θα λυθεί!

Όμως οι πολιτικές με στόχευση το παρόν και το μέλλον για την ουσία όχι για την επικοινωνία, θέλουν έρευνες που να αποκαλύπτουν την αλήθεια και όχι την πολιτική κατεύθυνση που τους υποβάλλεται, από τις οποίες θα προκύπτουν ακριβή στατιστικά στοιχεία, για το αίτιο και το αιτιατό ενός φαινομένου. Αλλά η έρευνα θέλει χρόνο, θέλει προγραμματισμό και  ο πολιτικός χρόνος στην Ελλάδα είναι βραχύς (όσο μια κυβερνητική ή αντιπολιτευτική θητεία) ώστε να συντάσσεται με τον  εύκολο εντυπωσιασμό, την προχειρότητα, την αποσπασματικότητα και εν τέλει την αναποτελεσματικότητα. Και μέσα στο 2024, άλλωστε διαπιστώσαμε ότι κάθε πολιτική που ανακοινώθηκε από διάφορα υπουργεία, έγινε «μετά εορτής» αφού συνέβησαν πολλά, μα πάρα πολλά τραγικά γεγονότα με θύματα παιδιά και θύτες ενήλικες και παιδιά. Και όμως το πρόβλημα «φωνάζει», μέσα από τις παιδοψυχιατρικές κλινικές, μέσα από τα σχολεία, μέσα από τις οικογένειες, μέσα από τα ιδρύματα προστασίας παιδιών.

Εντός του 2024 ανακοινώθηκε επίσης από το Υπουργείο Υγείας  «Το Πρόγραμμα Εθνικής Δράσης για την αντιμετώπιση της Παιδικής Παχυσαρκίας» https://paxisarkiakaipaidi.gov.gr/i-drasi/ στο πλαίσιο του εθνικού πενταετούς προγράμματος (2022-2026) που κατάρτισε η ελληνική κυβέρνηση με τη UNICEF, λέει,  με σκοπό «τη διασφάλιση της ισότιμης πρόσβασης σε ποιοτική και συμπεριληπτική εκπαίδευση, την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας και του κοινωνικού αποκλεισμού, την παιδική προστασία και την απασχολησιμότητα των παιδιών και των νέων στην Ελλάδα, συμπεριλαμβανομένης της δράσης κατά της παιδικής παχυσαρκίας». ‘Ετσι μάθαμε κι εμείς ότι υπάρχει τέτοιο πρόγραμμα, μόνο που δεν είδαμε μέχρι σήμερα κανένα μέτρο για την  παιδικής προστασίας «να τρέχει», αφήστε που κανείς  δεν αντιλαμβάνεται τί δουλειά έχει η UNICEF, που δραστηριοποιείται μόνο σε χώρες του τρίτου κόσμου να εμπλέκεται στην κοινωνική πολιτική μιας χώρας της Ε.Ε., ωστόσο τόσο φτωχής σε κοινωνική πολιτική για το Παιδί  που μετά βεβαιότητας απλώς επινοήθηκε ως μέσο από την ελληνική κυβέρνηση για εταίρος -μαριονέτα ώστε να πληροί  προϋποθέσεις ως προς τις εγγυήσεις αποτελεσματικότητας δήθεν των προγραμμάτων, αναγκαίες για τη χρηματοδότηση το «Εθνικού Πενταετούς Προγράμματος…». Τόσο λίγοι…

Και ενώ ορθά το πρόγραμμα για την αντιμετώπιση και πρόληψη της παιδικής παχυσαρκίας, εντοπίζει μεταξύ των αιτιών του προβλήματος: « 2) το φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον που συμβάλλει στην παχυσαρκία και προάγει την υψηλή ενεργειακή πρόσληψη και την καθιστική συμπεριφορά, καθώς και 3) παράγονες που σχετίζονται με την κοινωνικο-οικονομική κατάσταση των ατόμων, τις πολιτικές υγείας και το νομοθετικό πλαίσιο που υιοθετούνται σε κάθε χώρα κτλ.», καθόλου ορθά και σε κατεύθυνση ευκολίας, αγνοεί παντελώς τους χειρισμούς που αφορούν την παρέμβαση στις κοινωνικές συνθήκες μέσα στην οικογένεια και τις συνθήκες παραμέλησης του παιδιού μέσα σε αυτήν που εκδηλώνονται και στο τομέα της διατροφής, καταλήγει να υλοποιεί , θεωρώντας για άλλη μια φορά ότι η οικογένεια και το σχολείο λειτουργούν ως ένα καλοκουρδισμένο ρολόι,  μέτρα με εργαλεία μόνο στο χώρο της υγείας και του αθλητισμού (A.Δωρεάν Ψηφιακή Εφαρμογή για Παιδιάτρους & Γονείς – Έγκαιρη Ανίχνευση και Παραπομπή-Δωρεάν συνεδρίες σε διατροφολόγους-Εξειδικευμένες παιδιατρικές μονάδες- Πιλοτική Χρήση ψηφιακών φορητών συσκευών για την αυτό-διαχείριση νοσημάτων (π.χ. υπέρταση, διαβήτη  Β. Υγιεινές συνταγές για όλους-Μαγειρεύουμε μαζί-Μαθαίνουμε για τη σπατάλη τροφίμων-Εργαλειοθήκες για την υγιεινή διατροφή και την κατανάλωση νερού-Voucher για την υλοποίηση δράσεων στο σχολικό περιβάλλον.  Γ. Δωρεάν συμμετοχή σε αθλητικές δράσεις – Εργαλειοθήκες για την προώθηση της σωματικής δραστηριότητας). Ναι ωραία είναι όλα αυτά, ιδίως όταν τα βλέπεις σε μια αισθητικά καλοβαλμένη ιστοσελίδα, και αφήνοντας πίσω το δεδομένο της,  κατά το μεγαλύτερο μέρος, αδυναμίας εφαρμογής τους λόγω αντικειμενικών προβλημάτων ενός συστήματος εμπλεκόμενων φορέων υλοποίησης, όμως αγνοεί τα βαθύτερα αίτια του προβλήματος. Αμέσως λοιπόν μου ήρθε στο μυαλό, η οικογένεια της Θεσσαλίας με τα οκτώ παιδιά, το μεγαλύτερο 12 το μικρότερο νεογέννητο, με μητέρα ψυχικά ασθενή και πατέρα οικονομικό μετανάστη και ίσως με ελαφρά νοητική υστέρηση, να ταϊζουν τα παιδιά όλη την ημέρα μπροστά στην τηλεόραση,  πατατάκια, γαριδάκια και σοκολάτες που τους έφερνε η Φιλανθρωπία στο σπίτι τους, μέχρι επιτέλους μετά από πολλά χρόνια και 8 παιδιά στην κακοποποιητική παραμέληση της οικογένειας, να παρέμβουν οι κοινωνικές υπηρεσίες και να τα βάλουν σε ιδρύματα … ΄Όχι γιατί τα παιδιά θα πέθαιναν από την κακή διατροφή που έκαναν, ούτε επειδή ήταν όλα εντελώς ανεμβολίαστα, αλλά γιατί τα εντόπισαν στο δρόμο να κυκλοφορούν τη νύχτα ανάμεσα σε σκουπιδοτενεκέδες της πόλης… Αχ, κυρία Αγαπηδάκη, πείτε μας πώς θα εφαρμόσετε το πρόγραμμα για την πρόληψη της παχυσαρκίας σε αυτές τις οικογένειες… Θα το εκτιμούσαμε βαθύτατα, όπως θα εκτιμούσαμε να μας ανακοίνωνε κάποιος το πρόγραμμα διατροφής των παιδιών μέσα στα ιδρύματα…. για να μη μιλήσουμε για την ποιιότητα των σχολικών γευμάτων.

Περιμέναμε λοιπόν, πριν ανακοινώσει η περιχαρής υφυπουργός υγείας τα, θεωρητικά, καλά μέτρα,  να γνωρίζουμε με στατιστικά δεδομένα σε ποια κοινωνικοοικονομικά στρώματα εντοπίζεται κυρίως η παιδική παχυσαρκία και τα ποσοστά της, το προφίλ του οικογενειακού περιβάλλοντος των παχύσαρκων και υπέρβαρων παιδιών και τις παρεμβάσεις κοινωνικής πολιτικής ώστε να αντιμετωπιστεί και πάλι το αίτιο, τους οποίου συχνά σύμπτωμα είναι η παιδική παχυσαρκία. Διότι τα κοινωνικά παντοπωλεία δεν φημίζονται για την ποιότητα των τροφών που διανέμουν «στους φτωχούς». Πολλά μακαρόνια λευκού αλεύρου.

Και συνεχίζουμε με το Υπουργείο Παιδείας να λαμβάνει ως μέτρα αντιμετώπισης της ενδοσχολικής βίας, τις προσλήψεις ψυχολόγων και κοινωνικών λειτουργών στα σχολεία, άκριτα και γιατί το λέει η τηλεόραση, ενώ δεν υπάρχουν στατιστικά στοιχεία μέχρι σήμερα και τις πραγματικές ανάγκες των παιδιών στα σχολεία, τον αριθμό του αναγκαίου ειδικού προσωπικού και κυρίως την απαραίτητη επιμόρφωσή του στο τομέα της παιδικής προστασίας. Ακόμη σημαντικότερο, τη διασύνδεσή του με τις κοινωνικές υπηρεσίες της κοινότητας, που έχουν την πρόσβαση σε όλη την οικογένεια και όχι μόνο στο παιδί του σχολείου. Και έτσι ακούγεται αδόκιμο ένας κοινωνικός λειτουργός και ψυχολόγος να είναι στο σχολείο μια φορά την εβδομάδα ενώ ακούγονται φωνές και από τους ίδιους τους προσδοκούντες διορισμό αλλά και τους ευκόλω δημοσιολογούντες για όλο και περισσότερο προσωπικό «ανειδίκευτου» ειδικού εκπαιδευτικού προσωπικού,   χωρίς μέχρι σήμερα να έχει γίνει καμιά αξιολόγηση του μέτρου όπως υφίσταται (ως γνωστόν παλαιότερα δεν υπήρχαν ούτε ψυχολόγοι ούτε κοινωνικοί λειτουργοί στα σχολεία αλλά τα γεγονότα ενδοσχολικής βίας ήταν πολύ λιγότερα έως ανύπαρκτα γιατί και αλλού είναι το θέμα)  και από την άλλη πλευρά, το σχολείο αφενός δεν μπορεί να λειτουργήσει ως θεραπευτική δομή αλλά μόνο ως αρχικά διαγνωστική αφετέρου ο χειρισμός περιστατικών αυτού του τύπου οφείλει να γίνεται συστημικά συμπεριλαμβάνοντας όλη την οικογένεια, αρμοδιότητα που ανήκει στους Δήμους.

Πολύ απλά, πολύ πιο αποτελεσματικό θα ήταν να υπήρχαν σε κάθε δημοτική ενότητα των Δήμων διεπιστημονικές κοινωνικές υπηρεσίες για την οικογένεια (κοινωνικού λειτουργού, ψυχολόγου, νομικού) που θα κάλυπταν και τις ανάγκες των σχολείων ακόμη και με τη συνεργασία κάποιων σχολικών επαγγελματιών,  παρά οι διορισμοί μεμονωμένων επαγγελματιών στα σχολεία αποκομμένων από τη συνολική πραγματικότητα διαβίωσης του παιδιού. Τώρα γιατί εμείς σε αυτή τη χώρα, θεωρούμε ότι όλα τα προβλήματα και μάλιστα σε σχολεία τάξεων 22 παιδιών όταν η γενιά μας είχε 52 παιδιά ανά τάξη, λύνονται μόνο με διορισμούς στο δημόσιο και χωρίς ειδικές προϋποθέσεις κατάρτισης, αυτό μόνο η ελληνική ψυχή το γνωρίζει.   

Ακολουθούν και πάλι εντός τους 2024 τα μέτρα που έλαβαν και λαμβάνουν πάντα εκ των υστέρων και μετά από φοβερά γεγονότα, τα Υπουργεία Προστασίας του Πολίτη και Δικαιοσύνης ενισχύοντας τα μέτρα ασφάλειας και αυστηροποιώντας ποινές. Την ίδια στιγμή, κανείς δεν ξέρει, πόσοι ανήλικοι παραπέμπονται στα Δικαστήρια Ανηλίκων και της Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων όλης της χώρας , για ποια αδικήματα, τις ηλικιακές κατηγορίες, τη μεταχείριση από τη Δικαιοσύνη, τα μέτρα αναμόρφωσης ή θεραπείας, τις στερητικές της ελευθερίας ποινές. Και κυρίως δεν υπάρχουν πουθενά καταγεγραμμένα στατιστικά στοιχεία ως προς τις αιτίες της νεανικής παραβατικότητας, την κατηγοριοποίησή τους και κατά πόσο η αντιμετώπιση της εγκληματικής συμπεριφοράς του ανηλίκου, συμπεριλαμβάνει την αποτελεσματική παρέμβαση σε όλη την οικογένεια. Και καταλήγουμε στην αρχή. Εθνική Στρατηγική για την Κατοπολέμηση του Εθισμού από το Διαδίκτυο… Και όλα τα υπόλοιπα;

Στη χώρα μας έχουμε το φαινόμενο να χαράζει  την κοινωνική πολιτική της χώρας η κεντρική κυβέρνηση και να την υλοποιεί ο πρώτος βαθμός τοπικής αυτοδιοίκησης δηλαδή οι Δήμοι της χώρας και εν μέρει οι Διευθύνσεις ή τα Τμήματα Κοινωνικής Μέριμνας των Περιφερειών. Όμως οι Δήμοι, ενώ ακολουθούν ως «τυφλοσούρτη» τις πολιτικές που τους επιβάλλει η κυβέρνηση ως υποχρεωτικές  λόγω και των ευρωπαϊκών χρηματοδοτήσεων όπως π.χ. Κοινωνικά Παντοπωλεία, Κοινωνικά Φαρμακεία, ΚΑΠΗ, προγράμματα υποστήριξης μεταναστών και προσφύγων,  δεν έχουν όλοι αντιληφθεί το μέγεθος της ευθύνης τους ως προς τη διαχείριση θεμάτων παιδικής προστασίας, την οποία δεν τους υποχρεώνει το κράτος να ασκούν. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ε.Κ.Κ.Α. από το σύνολο των 332 Δήμων της χώρας μόνο οι 253 έχουν συγκροτήσει «Ομάδες Προστασίας Ανηλίκων», ενώ το σύνολο των εργαζομένων σε αυτές ανέρχονται σε 571 άτομα. Δηλαδή 2,25 κοινωνικοί λειτουργοί κατά μέσο όρο σε κάθε Δήμο από τους 253. Οι υπόλοιποι 80 Δήμοι που χρήσιμο θα ήταν να γνωρίζουμε, δεν έχει κανέναν κοινωνικό λειτουργό, ενώ η κατανομή των υπολοίπων είναι προφανώς τυχαία.  Πράγμα που σημαίνει ότι μπορεί κάποιος Δήμος να έχει τρεις κοινωνικούς λειτουργός και κάποιος έναν και πολλοί, ακόμη και από αυτούς που φαίνεται ότι έχουν συγκροτήσει Ο.Π.Α. κανέναν!

Οι Ο.Π.Α., σύμφωνα με τον Ν.3961 και την Κοινή Απόφαση των Υπουργείων Υγείας & Κοινωνικής Αλληλεγγύης και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας & Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με αριθ. 49540/04-05-2011, (ΦΕΚ 877/τ.Β/17.05.2011), «Συντονισμός δράσεων & υπηρεσιών παιδικής προστασίας», αποτελούνται από κοινωνικούς λειτουργούς των δήμων και διαχειρίζονται τα θέματα που αφορούν στην προστασία και στη φροντίδα των ανηλίκων, και ειδικότερα τη διερεύνηση κάθε αναφοράς/καταγγελίας για ενδεχόμενη κακοποίηση-παραμέληση ανηλίκων. Όμως ακόμη και αυτές οι αρμοδιότητες δεν ασκούνται από τις Ο.Π.Α. που δεν παρεμβαίνουν στο οικογενειακό περιβάλλον του Παιδιού σε κίνδυνο παρά μόνο αν πάρουν εντολή από τους Εισαγγελείς. Το γεγονός ότι δεν θεωρούν υποχρέωσή τους ή δεν έχουν αντικειμενικά τη δυνατότητα να διενεργούν προληπτικές κοινωνικές έρευνες σε ευάλωτες οικογένειες όπως αυτές ήδη έχουν καταγραφεί ως ωφελούμενες σε κοινωνικές δομές φτώχειας και να προλαμβάνουν έγκαιρα φαινόμενα  κακοποίησης, εξηγεί γιατί παιδιά που επί χρόνια ζουν σε περιβάλλον χρόνιας κακοποίησης και παραμέλησης, απομακρύνονται από αυτό όταν πλέον έχουν δημιουργηθεί πολύ σοβαρές σωματικές και ψυχολογικές συνέπειες.

 Αναφέρει η Φωτεινή Μαρίνη, στην εξαιρετική έρευνα που πραγματοποίησε κατ΄ανάθεση  της Ελληνικής Εταιρείας Τοπικής Ανάπτυξης και Αυτοδιοίκησης (Ε.Ε.Τ.Α.Α) και εκδόθηκε το 2022 από τις εκδόσεις Παπαζήση με τον τίτλο «Τοπικές Πολιτικές για την Κοινωνική Φροντίδα από τους Δήμους της Ευρωπαϊκής Περιφέρειας»  (και η οποία μετά βεβαιότητας δεν αναγνώστηκε από την πλειοψηφία των Δημάρχων και Αντιδημάρχων Κοινωνικής Πολιτικής της χώρας):  «Η κυρίαρχη ιδεολογία των τοπικών σχεδιαστών κοινωνικών πολιτικών προσεγγίζει τον τομέα των Υπηρεσιών Κοινωνικής Φροντίδας ως έναν προνομιακό πεδίο ενεργοποίησης της τοπικής αυτοδιοίκησης για την αντιμετώπιση στρεβλώσεων και δυσλειτουργιών των προγραμμάτων που σχεδιάζονται σε εθνικό επίπεδο από φορείς της κεντρικής διοίκησης (συνήθως τα αρμόδια υπουργεία στους τομείς των κοινωνικών υποθέσεων και της υγείας) με γνώμονα τον μέσο εξυπηρετούμενο (συγκεντρωτικό μοντέλο οργάνωσης των ΥΚΦ). Η αυστηρή εφαρμογή του συγκεντρωτικού μοντέλου χωρίς την παρέμβαση των ΟΤΑ οδηγεί κατά κανόνα σε αναποτελεσματικές λύσεις, καθώς οι διαθέσιμες υπηρεσίες είτε δεν αντιστοιχούν στις ανάγκες κάθε περιοχής είτε δεν επαρκούν για την αποτελεσματική κάλυψή τους. Επιπλέον, η μαζικότητα στον σχεδιασμό των ΥΚΦ δεν επιτρέπει τη συνολική θεώρηση της προσωπικής κατάστασης ενός χρήστη ή των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της περιοχής κατοικίας του και σε καμία περίπτωση δεν λαμβάνει υπόψη ενδεχόμενες μεταβολές των συνθηκών που μπορούν να ακυρώσουν την ωφελιμότητα των παρεμβάσεων».  

Αξιοπρόσεκτο αλλά και ενδεικτικό γεγονός  για τον τρόπο λειτουργίας της κεντρικής διοίκησης, αλλά κυρίως της πολιτικής προτεραιοτήτων των κυβερνήσεων για την καθημερινότητα του πολίτη,  είναι ότι  για  όλα αυτά τα μέτρα που ανακοινώνονται, δεν υπάρχει  κανένας εθνικός  συντονισμός, καμιά εθνική αρχή που να σχεδιάζει, οργανώνει και να παρακολουθεί όλα τα μέτρα που αφορούν στην Κοινωνική Φροντίδα και Προστασία για το Παιδί, οριζόντια, στη λογική της διατομεακής πολιτικής που ασκείται από συναρμόδια Υπουργεία και κάθετα, από την κυβέρνηση στην αυτοδιοίκηση α΄και β΄βαθμού. Μέσα σε αυτόν το συρφετό, λειτουργεί και ένα Εθνικό Συμβούλιο για την Αναδοχή και την Υιοθεσία, υπαγόμενο στη Γ.Γ. Στεγαστικής και Δημογραφικής Πολιτικής (;) θεωρητικώς, χωρίς να παράγει τίποτα, διότι τί σημαίνει αναδοχή και υιοθεσία ενός παιδιού αντί των αναγκαίων πλέον να ιδρυθούν, Περιφερειακών Συμβουλίων για την Κοινωνική Φροντίδα του Παιδιού που θα περιλαμβάνει και την εναλλακτική φροντίδα έξω από την οικογένεια;

Τί συμβαίνει λοιπόν; Γιατί τα ανησυχητικά συμπτώματα, ιδιαίτερα σοβαρά την τελευταία δεκαετία, που εμφανίζουν τα παιδιά, αντί οι κυβερνήσεις να τα αντιμετωπίσουν  έγκαιρα στην ολότητά τους αφού διερευνήσουν και καταγράψουν τις αιτίες και χαράξουν πολιτική βάσει των συμπερασμάτων αλλά και των αλλαγών που επιφέρουν οι τεχνολογικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, αφήνονται να εκτραχυνθούν μέχρι – σε “κατάσταση πανικού”- η εκάστοτε κυβέρνηση να λάβει αποσπασματικά μέτρα ανά υπουργείο, τόσο βιαστικά άρα και πρόχειρα, επικοινωνιακού και μόνο χαρακτήρα;

Γιατί η τοπική αυτοδιοίκηση α΄βαθμού προτεροποιεί τόσο χαμηλά τα ζητήματα που αφορούν την Κοινωνική Προστασία του Παιδιού και τη συνοχή της οικογένειας, επιμένοντας σε «σεγόντο» με την κεντρική κυβέρνηση να θεωρούν πολιτική παιδικής προστασίας μόνο τα επιδόματα και τους παιδικούς σταθμούς, την ίδια στιγμή που καταρρέει η κοινωνική συνοχή μέσα στην οικογένεια και σε κάθε τοπική κοινωνία από τα προβλήματα που αναδείχθηκαν τρομακτικά τη χρονιά που μας πέρασε;

Γράφει η δημοσιογράφος Πέπη Ραγκούση, σε άρθρο της στα «Νέα Σαββατοκύριακο» 14-15 Δεκεμβρίου 2024,  με τίτλο «΄Εχε στο νου σου το παιδί»: «Διάβαζα προχθές τη διακήρυξη ίδρυσης του Υφυπουργείου Νέας Γενιάς και Αθλητισμού, αυτού που έγινε το 1982 με πρώτο υφυπουργό τον Κώστα Λαλιώτη. Ένα υφυπουργείο που έφερε στην κεντρική σκηνή τους νέους …Το κείμενο της διακήρυξης είναι σαν να έχει γραφτεί σήμερα. Εκεί μέσα υπάρχουν έννοιες και όροι που έχουν μπει σχετικά πρόσφατα στο δημόσιο διάλογο… Τη διάβασα για συγκεκριμένο λόγο. ΄Ηθελα να δω το σκεπτικό πίσω από την ίδρυση ενός υφυπουργείου που αφορούσε αποκλειστικά μια ηλικιακή ομάδα. ΄Ηταν η ανάγκη μιας εποχής που ήθελε όχι απλώς να προχωρήσει αλλά να τρέξει προς το μέλλον…Θεωρώ, ότι και σήμερα υπάρχει μια ανάλογη ανάγκη. Και μάλιστα πιο επιτακτική και επείγουσα. Και που αφορά την πολύ νέα γενιά, τα παιδιά. Στην εποχή μας ακούμε πολλά που μας ανατριχιάζουν… Είναι τα θρίλερ της διπλανής πόρτας. Που πίσω από όλα σχεδόν υπάρχουν παιδιά. Τα περισσότερα εγκλήματα, οι περισσότερες γυναικοκτονίες… έχουν «στην ουρά τους» παιδιά. Κακοποιημένα παιδιά, απροστάτευτα παιδιά, αποκλεισμένα παιδιά, βιασμένα παιδιά, νεκρά παιδιά. Και παιδιά που «αποδίδουν» αυτό που έχουν, με κάποιο τρόπο εισπράξει στη μικρούλα ζωή τους. Παιδιά επιθετικά, μανιασμένα, κακοποιητικά που συνεχίζουν τον κύκλο της βίας έτσι ώστε να μην κλείνει ποτέ, αφού από κύκλος γίνεται σπιράλ. Αν δεν είναι λοιπόν τώρα η ώρα να συσταθεί ένα Υφυπουργείο για τα παιδιά, πότε θα είναι; Δεν μπορώ να πιστέψω ότι τα πέντε παιδιά του αστυνομικού της Βουλής, ήδη τραυματισμένα από τον εφιάλτη που βίωσαν μέσα στο σπίτι τους, να βρίσκονται για είκοσι ημέρες μέσα σε ένα νοσοκομείο και να μην επέμβει άμεσα ένας φορέας να τους προσφέρει τις καλύτερε συνθήκες διαμονής. Δεν μπορώ να πιστέψω ότι στην Ελλάδα του 2024 θάνατοι βρεφών περνάνε στα ψιλά, μέχρι να πάρουν την υπόθεση στα χέρια τους δημοσιογράφοι… ότι στην εποχή που μιλάμε για τα «παιδιά-αυτοκράτορες», τα ανήλικα να είναι τα πιο ευάλωτα και τα πιο εκτεθειμένα. Σε ακραίες κοινωνικές συνθήκες, σε εγκληματικές συμπεριφορές, σε διεστραμμένες τακτικές ακόμη στη δημοσιοποίηση λεπτομερειών για όσα έζησαν. Αλλά σε εκείνη τη διακήρυξη του υφυπουργείου Νέας Γενιάς (1982) αναφέρεται και αυτό : «Στην εποχή της τεχνολογικής επανάστασης, όλα τα πράγματα καταλήγουν στο αντίθετό τους».

Η αλήθεια είναι ότι η πορεία του Υφυπουργείου και μετέπειτα Γενική Γραμματείας Νέας Γενιάς δεν τίμησε το όραμα δημιουργίας της. Γρήγορα εξέπεσε σε διαχειριστικά θέματα πολιτικής για τους νέους και καθόλου για τα παιδιά,  πολιτική που αποδείχθηκε λίγη και ανέμπνευστη που ως γραφειοκρατική καρικατούρα δεν υπήρχε λόγος να υφίσταται. ΄Ηταν και άλλες εποχές, ήταν και άλλα τα ζητούμενα. Σήμερα όμως δεν γίνεται να υπάρχει στην Ευρώπη, χώρα που δεν προτεραιοποιεί με ένα Υφυπουργείο για τα Παιδιά και τους Νέους,  όλα τα ζητήματα που άπτονται της παιδικής ηλικίας. Τώρα η ανάγκη είναι πιο μεγάλη από ποτέ και η «εξαφάνιση» της πολιτικής για τα παιδιά μέσα σε μια «Γραμματεία Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής» αποδεικνύει πως ούτε μας ενδιαφέρει κατά βάθος, ούτε έχουμε κανένα σχεδιασμό να αντιμετωπίζουμε τις τεράστιες κρίσεις και κοινωνικές προσκλήσεις.

Συγχρόνως δεν μπορεί πλέον η τοπική αυτοδιοίκηση να μένει τόσο λίγο μετέχουσα στην αντιμετώπιση της κατάρρευσης του οικογενειακού μοντέλου και του προστατευτισμού που μπορεί να παρέχει τα μέλη της, αδιαφορώντας για τα αποτελέσματά της, σήμερα που είναι γνωστό ότι η οικογένεια όχι μόνο μπορεί να μην προστατεύει τα παιδιά της αλλά μπορεί κάλλιστα και να τα «τρώει». Η τοπική αυτοδιοίκηση με αλλαγές στον «Καλλικράτη» πρέπει να υποχρεωθεί να συγκροτήσει διεπιστημονικές κοινωνικές υπηρεσίες και εμπειρογνώμονες κοινωνικών υπηρεσιών, που θα λειτουργούν σε κάθε Δήμο, σε κάθε Δημοτική Ενότητα σε συνεργασία με τα σχολεία, τις Εισαγγελίες Ανηλίκων και τα Τμήματα Οικογενειακού Δικαίου των Πρωτοδικείων, τις Υπηρεσίες Επιμελητών Ανηλίκων, τα Νοσοκομεία, τους ιδιωτικούς φορείς παροχής κοινωνικής φροντίδας σε παιδιά και γονείς. Χρειάζεται πόρους. Να της παρασχεθούν. Χρειάζεται οργάνωση. Ε! αυτήν να την κάνει μόνη της.  Αλλά πώς, αφού στο σχεδιασμό χρηματοδότησης από το Ταμείο Ανάκαμψης, στην κοινωνική πολιτική αντιστοιχεί ένα 3%  του συνόλου αν θυμάμαι καλά και, μεταξύ αυτών, τα χρησιμοποιεί σε ανώδυνο πρόγραμμα για την παχυσαρκία των παιδιών,και κάτι άλλα «ψιλά», ενώ η πλειονότητα των Δημάρχων όταν αναφέρεσαι στην Παιδική Προστασία κοιτούν αφηρημένα το άπειρο, ενώ δεν αντιληφθήκαμε να έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο θέμα κατά το πρόσφατο συνέδριο της ΚΕΔΕ.  Μέσα  στο 2025, θα τιμούσε την κυβέρνηση η θέσπιση ενός Υφυπουργείου για το Παιδί ή έστω μιας αμιγούς Γενικής Γραμματείας ως εκδήλωση ειλικρινούς ενδιαφέροντας να προστατευθούν τα «πολύτιμα» παιδιά της χώρας μας.

*Η Ελένη Γεώργαρου είναι τ. δικηγόρος, εμπειρογνώμονας παιδικής προστασίας και Πρόεδρος του Δικτύου Αναδόχων Γονέων και Εθελοντών για την Κοινωνική Προστασία των Ανηλίκων.

Αφήστε μια απάντηση


The reCAPTCHA verification period has expired. Please reload the page.