Ελένη Γεώργαρου, Ομάδα του Fosterparentsnet 26/1/2025
Ιδιαίτερα κρίσιμης σημασίας είναι η διαδικασία που ακολουθείται προκειμένου ένα παιδί που έχει απομακρυνθεί από τη φυσική του οικογένεια για λόγους κακοποίησης ή παραμέλησής του και έχει παραμείνει για μεγαλύτερο ή μικρότερο χρονικό διάστημα σε ίδρυμα – δομή φιλοξενίας ανηλίκων, να συνδεθεί ομαλά με την ανάδοχη ή μέλλουσα θετή του οικογένεια. Πριν προκύψει, μέσω του ηλεκτρονικού “ταιριάσματος” η σύνδεση του παιδιού με τη μελλοντική του οικογένεια, ακόμη μεγαλύτερης σημασίας είναι η προετοιμασία του παιδιού, η θετική του ανταπόκριση και η συναίνεσή του στην νέα κατάσταση της ζωής του την οποία προτείνουν οι αρμόδιοι, επιδιώκοντας το βέλτιστο συμφέρον του. Η ευθύνη της προετοιμασίας του παιδιού έγκειται στην κατάλληλη κοινωνική εργασία που θα διενεργήσει η εκάστοτε κοινωνική υπηρεσία του φορέα που περιθάλπει το παιδί. Πολλές αναδοχές απέτυχαν και πολλές δημιούργησαν τεράστιες δυσκολίες σε ανάδοχες και υποψήφιες θετές οικογένειες αλλά κυρίως προκαλώντας την τριτογενή θυματοποίηση του ίδιου του παιδιού που εκ νέου “απορρίπτεται” γιατί τα παιδιά δεν προετοιμάστηκαν σωστά για να ενταχθούν στην νέα τους οικογένεια. Ακόμη εκδηλώνονται και περιπτώσεις που προσωπικό των κοινωνικών υπηρεσιών των ιδρυμάτων αμφισβητεί το συμφέρον του ανηλίκου να ενταχθεί σε ανάδοχη οικογένεια και ωστόσο την προτείνει υπό την “πίεση” της πολιτικής αποϊδρυματοποίησης που το κράτος εφαρμόζει. Η αμφισβήτηση – εύκολος τρόπος να αποφευχθεί η προσπάθεια – σχετίζεται περισσότερο με την έλλειψη δεξιοτήτων των κοινωνικών υπηρεσιών και έλλειψη σχετικής επιμόρφωσης να προετοιμάσουν ένα παιδί για την τοποθέτησή του σε ανάδοχη οικογένεια, με λανθασμένη προσέγγιση του συμφέροντος του παιδιού, με λανθασμένη διαδικασία όπως είναι αυτή της ηλεκτρονικής σύνδεσης παιδιού και αναδόχων αντί της αναζήτησης ανάδοχης οικογένειας με τα χαρακτηριστικά που έχει ανάγκη ένα παιδί εξαρχής, με λανθασμένη αντίληψη για τις σοβαρές επιβλαβείς συνέπειες της ιδρυματικής φροντίδας σε ένα παιδί. Είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που διατρέχουν το σύστημα κοινωνικής φροντίδας των ευπαθών ανηλίκων στη χώρα μας καθώς, η κοινωνική εργασία σε κάθε ίδρυμα όπως είναι η σύνταξη του Ατομικού Σχεδίου Οικογενειακής Αποκατάστασης του Παιδιού (ΑΣΟΑ) αλλά και η εργασία για την ομαλότερη και επωφελέστερη σύνδεση ενός παιδιού με την ανάδοχη οικογένειά του, που πρέπει να ξεκινήσει πολύ πριν το παιδί τοποθετηθεί στην ανάδοχη οικογένειά , ούτε εποπτεύεται, ούτε αξιολογείται, όπως ευνόητα θα έπρεπε να συμβαίνει σε δεύτερο επίπεδο. Η κοινοποίηση των Α.Σ.Ο.Α. στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης ή στις υπηρεσίες εποπτείας των ιδιωτικών ιδρυμάτων έχει επί της ουσίας ένα τεχνικό και όχι ουσιαστκό χαρακτήρα.
Το σύστημα – κεντρικές υπηρεσίες Υπουργείου Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένειας – , καθώς δεν κοινοποιεί τις περιπτώσεις αποτυχίας αναδοχών αλλά και τους λόγους αυτής, ώστε να επικεντρωθεί σε αυτούς και να βρει λύσεις , προτιμά να κωφεύει στα παράπονα και τις διαμαρτυρίες πολλών υποψηφίων αναδόχων οικογενειών και να μην λύνει το πρόβλημα. Στη συνέχεια ιδιαίτερα προβληματική καθίσταται η διαδικασία σύνδεσης των υποψηφίων αναδόχων με τα παιδιά προς αναδοχή, όπου και εκεί παρατηρούμε ότι δεν εφαρμόζεται ενιαίο πρωτόκολλο υλοποίησής της, στο βαθμό που λαμβάνει υπόψη του τις υποκειμενικές κάθε φορά περιστάσεις. “Λυμνάζουν” και παραμένουν για μεγάλο χρονικό διάστημα παιδιά, ακόμη και βρέφη ή νήπια σε ιδρύματα, στην λογική π.χ. ότι μπορεί οι φυσικοί γονείς των παιδιών να ανακτήσουν την επιμέλεια που τους έχει αφαιρεθεί μετά την οριστικοποίηση δικαστικών διαδικασιών, ότι πρέπει αδέλφια να τοποθετούνται υποχρεωτικά μαζί αν και οι αντικειμενικές συνθήκες συνθήκες όπως και το συμφέρον των παιδιών δεν το επιτρέπουν πάντα. ΄Ολες αυτές οι συνθήκες, σε συνδυασμό με την πανθομολογούμενη αδυναμία του συστήματος κοινωνικής προστασίας των παιδιών που βρίσκονται στο εθνικό μητρώο ανηλίκων να διασφαλίσει στο μεγαλύτερο ποσοστό την οικογενειακή αποκατάσταση παιδιών σε ειδικές συνθήκες , το γεγονός ότι οι αρμόδιες υπηρεσίες (ΕΚΚΑ, Γενική Γραμματεία Στεγαστικής &Δημογραφικής Πολιτικής) κρύβουν το πρόβλημα και δεν δημοσιοποιούν τους αριθμούς και τους λόγους των αποτυχημένων συνδέσεων, τις καταστροφικές για το παιδί επιστροφές από την ανάδοχη οικογένεια εκ νέου στο ίδρυμα και κυρίως το γεγονός ότι δεν διατηρείται μια συνεχής επιμόρφωση των κοινωνικών λειτουργών που πολλοί δεν έχουν απαλλαγεί από σύνδρομα του παρελθόντος και της λογικής της ιδρυματικής φροντίδας, καθιστά την κατάσταση ακόμη προβληματική πρώτα για τους ανήλικους και δευτερευόντως για τους υποψήφιους ανάδοχους γονείς.

Η υπουργική απόφαση ΥΑ Δ11//2020 (ΥΑ Δ11//2020 ΥΑ Δ11/οικ. 31931/1272 ΦΕΚ Β 3329 2020) προβλέπει τη διαδικασία σύνδεσης των ανηλίκων που έχουν ενταχθεί στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων και υποψηφίους αναδόχους και θετούς γονείς εγγεγραμμένους στα Εθνικά Μητρώα Υποψηφίων Αναδόχων και Θετών Γονέων. Η εφαρμογή της διαδικασίας αναδοχής εδώ και τέσσερα περίπου χρόνια ανέδειξε προβλήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν με τροποποίηση της συγκεκριμένης υπουργικής απόφασης αφού καταγραφούν και οι παρατηρήσεις επαγγελματιών κοινωνικής εργασίας στην αναδοχή αλλά και αναδόχων γονέων. Το σύστημα διασύνδεσης πρέπει να επανεξεταστεί και να διορθωθεί στα εσφαλμένα σημεία του, αφού πλέον πολλές λάθος προσεγγίσεις είναι γνωστές για τις αρνητικές τους συνέπειες τόσο για την αδυναμία σύναψης αναδοχής όσο και για τα ποιοτικά χαρακτηριστικά της. Διατυπώνουμε τις παρατηρήσεις μας σε κάθε άρθρο που χρειάζεται επανεξέταση και διόρθωση:
“΄Αρθρο 1: Ορισμοί
Για την εφαρμογή των διατάξεων της παρούσας ισχύουν οι ακόλουθοι ορισμοί:
1) «Ανήλικος» είναι το φυσικό πρόσωπο έως δεκαοκτώ ετών, το οποίο τοποθετείται σε μονάδα παιδικής προστασίας και φροντίδας ή πρόκειται να τοποθετηθεί σε ανάδοχο γονέα με δικαστική απόφαση ή με εισαγγελική διάταξη, ή με σύμβαση ή με τις διατάξεις του άρθρου 18 του ν. 4538/2018
ή πρόκειται να υιοθετηθεί και το οποίο έχει εγγραφεί στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων,
2) «Υποψήφιος Ανάδοχος Γονέας» είναι το φυσικό πρόσωπο που έχει εγγραφεί, μετά από αίτησή του στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων του άρθρου 6 του ν. 4538/2018 και αφού έχει εφαρμοστεί η διαδικασία που περιγράφεται στο άρθρο 9 του ν. 4538/2018.
3) «Υποψήφιος Θετός Γονέας» είναι το φυσικό πρόσωπο που είναι έχει εγγραφεί, μετά από αίτησή του, στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων του άρθρου 20 του ν. 4538/2018 και αφού έχει εφαρμοστεί η διαδικασία που περιγράφεται στις παρ. 2 και 3 του άρθρου 20 του ν. 4538/2018.
4) «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Ανάδοχων Γονέων» είναι το Μητρώο, το οποίο τηρείται στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (εφεξής «ΕΚΚΑ») και στο οποίο είναι εγγεγραμμένοι όλοι οι καταχωρημένοι στα Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων των φορέων εποπτείας της αναδοχής, εφόσον ολοκλήρωσαν με επιτυχία τα προγράμματα επιμόρφωσης του άρθρου 14 του ν. 4538/2018.
5) «Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων» είναι το Μητρώο, το οποίο τηρείται στο Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης και στο οποίο έχουν εγγραφεί όλοι οι Υποψήφιοι Θετοί Γονείς που είναι καταχωρημένοι στα Ειδικά Μητρώα Υποψήφιων Θετών Γονέων των υπηρεσιών που είναι αρμόδιες για τη διεξαγωγή της κοινωνικής έρευνας, εφόσον ολοκλήρωσαν με επιτυχία τα προγράμματα επιμόρφωσης του άρθρου 24 του ν. 4538/2018.
6) «Φορείς εποπτείας της αναδοχής» είναι οι φορείς που καθορίζονται στην παρ. 1 του άρθρου 13 του ν. 4538/2018.
7) «Κοινωνική υπηρεσία αρμόδια για τη διενέργεια έρευνας» είναι η εξειδικευμένη υπηρεσία, όπως ορίζεται με το άρθρο 22 του ν. 4538/2018, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 92 του ν. 4611/2019.
8) «Ατομικό Σχέδιο Οικογενειακής Αποκατάστασης (εφεξής «ΑΣΟΑ»)» είναι το σχέδιο το οποίο συντάσσεται για κάθε ανήλικο εγγεγραμμένο στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων και καταχωρείται στο Ειδικό Μητρώο Ανηλίκων από τη Μονάδα Παιδικής Προστασίας που είναι αρμόδια για την εγγραφή του. Το ΑΣΟΑ περιλαμβάνει αιτιολογημένη πρόταση αποκατάστασης του ανηλίκου, με βάση τις εξατομικευμένες ανάγκες και το βέλτιστο συμφέρον του και επικαιροποιείται κάθε φορά που υπάρχει ουσιαστική μεταβολή της κατάστασης του ανηλίκου και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση ενός έτους από την τελευταία υποβολή.
9) «Πληροφοριακό Σύστημα Αναδοχής Υιοθεσίας» (εφεξής ΠΣ) είναι το πληροφοριακό σύστημα που συνίσταται και λειτουργεί στην Η.Δ.Ι.Κ.Α. Α.Ε., σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4538/2018 και της υπ΄αρ.
Δ11οικ.13734/538/2019 υπουργικής απόφασης “Ανάπτυξη και λειτουργία Πληροφοριακού συστήματος Ειδικών και Εθνικών Μητρώων Ανηλίκων, Αναδοχής και Υιοθεσίας”
10) «Διαδικτυακή Πύλη Anynet» είναι το κεντρικό σημείο πρόσβασης πολιτών και εξουσιοδοτημένων χρηστών στις ηλεκτρονικές υπηρεσίες του Πληροφοριακού Συστήμα Αναδοχής και Υιοθεσίας.
11) «Υποσύστημα Διαχείρισης Αιτήσεων Αναδοχής και Υιοθεσίας» είναι το πληροφοριακό υποσύστημα το οποίο παρέχει σε πολίτες τη δυνατότητα υποβολής ηλεκτρονικής αίτησης εγγραφής και παρακολούθησης της εξέλιξής της.
12) «Σύνδεση» ενός παιδιού το οποίο βρίσκεται σε καθεστώς κοινωνικής προστασίας και υποψηφίων γονέων είναι η διαδικασία μέσω της οποίας συνεξετάζονται οι ανάγκες και τα ειδικά χαρακτηριστικά του παιδιού καθώς και οι δυνατότητες και επιθυμίες των υποψηφίων γονέων, ώστε να προκύψει η καλύτερη εξατομικευμένη πρόταση για την οικογενειακή αποκατάσταση του παιδιού, με γνώμονα το βέλτιστο συμφέρον του.
Η έναρξη της ανωτέρω διαδικασίας πραγματοποιείται μέσω του Πληροφοριακού Συστήματος Αναδοχής και Υιοθεσίας, το οποίο διατρέχει τα στοιχεία του Εθνικού Μητρώου Ανηλίκων και τα στοιχεία του Εθνικού Μητρώου Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων ή του Εθνικού Μητρώου Υποψηφίων Θετών Γονέων, έτσι ώστε κάθε ανήλικος εγγεγραμμένος στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων να δύναται να συνδεθεί με υποψήφιο γονέα, εγγεγραμμένο στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων ή Υποψηφίων Θετών Γονέων. Η συνέχεια και η ολοκλήρωση της διαδικασίας βασίζεται στη δεοντολογία, τις επιστημονικές αρχές και τη συνεργασία των αρμόδιων κοινωνικών λειτουργών που είναι υπεύθυνοι για το παιδί και τους υποψήφιους γονείς.
Άρθρο 2: Ρυθμιστικό Πεδίο
1.Οι διατάξεις της παρούσας εφαρμόζονται σε ανηλίκους, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων με ΑΣΟΑ Αναδοχής ή Υιοθεσίας και σε υποψήφιους αναδόχους και υποψήφιους θετούς γονείς, οι οποίοι είναι εγγεγραμμένοι στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων και στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Θετών Γονέων, αντιστοίχως. Ειδικότερα για τις αιτήσεις, για τις οποίες η κοινωνική έρευνα ολοκληρώθηκε με θετικό πόρισμα μετά την 15η Απριλίου 2019, ήτοι μετά την έναρξη λειτουργίας του Πληροφοριακού Συστήματος Αναδοχής και Υιοθεσίας, η εγγραφή στο Εθνικό Μητρώο τελείται κατόπιν ολοκλήρωσης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων των άρθρων 14 και 24 του ν. 4538/2018.
2.Εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής της παρούσας απόφασης: α) η υιοθεσία τέκνου συζύγου και β) η συγγενική αναδοχή. Περαιτέρω, δύναται να εξαιρεθούν, κατόπιν σχετικής απόφασης Εισαγγελέα, οι περιπτώσεις επείγουσας τοποθέτησης σε υποψήφιους αναδόχους του Εθνικού Μητρώου των ανηλίκων, οι οποίοι φιλοξενούνται με εισαγγελική εντολή σε νοσοκομεία, χωρίς να αντιμετωπίζουν προβλήματα υγείας.
Άρθρο 3: Βασικές Αρχές
Οι βασικές αρχές και αξίες που διέπουν τη διαδικασία της σύνδεσης είναι ιδίως οι ακόλουθες: α) η εξυπηρέτηση, επιδίωξη και προστασία των βέλτιστου συμφέροντος του ανηλίκου, β) το δικαίωμα του ανήλικου για ένα κατάλληλο περιβάλλον που επιτρέπει τη σωματική, πνευματική, ψυχική, ηθική και κοινωνική ανάπτυξή του, γ) η υποχρέωση του κράτους να λάβει όλα τα μέτρα για την παροχή υποστήριξης στον ανήλικο και σε αυτούς που έχουν την επιμέλειά του, δ) το δικαίωμα του ανήλικου να γνωρίζει τους γονείς του και ει δυνατό να ανατραφεί από αυτούς και να μην αποχωρίζεται από αυτούς, ούτε από τα αδέλφια του με τις επιφυλάξεις της κείμενης νομοθεσίας, ε) το δικαίωμα του ανηλίκου που στερείται προσωρινά ή οριστικά το οικογενειακό του περιβάλλον σε προστασία και βοήθεια από το κράτος, στ) το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης της γνώμης του ανηλίκου για κάθε θέμα που το αφορά και επομένως το δικαίωμα στη δυνατότητα να ακούγεται σε οποιαδήποτε διοικητική ή δικαστική διαδικασία που το αφορά, είτε άμεσα, είτε έμμεσα, ζ) η προώθηση της αποϊδρυματοποίησης, η) η διαφάνεια και η ίση μεταχείριση των αιτημάτων για αναδοχή και υιοθεσία.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 1: Η διαδικασία σύνδεσης παιδιών και υποψηφίων αναδόχων και θετών γονέων μέσω “πληροφοριακού συστήματος” αποτελεί μια ελληνική παραδοξότητα, εξαρχής ακατάλληλη και αδόκιμη και την σύναψη προσωπικών και μάλιστα γονεϊκών σχέσεων. Ο συνηθέστερος και πλέον δόκιμος τρόπος για τη δημιουργία σχέσεων γονεϊκού τύπου μέσω της αναδοχής και της υιοθεσίας, είναι η εξειδικευμένη κοινωνική εργασία από μια διεπιστημονική ομάδα σε κοινωνική υπηρεσία της κοινότητας (Δήμων και Περιφερειακών Ενοτήτων) όπου οι επαγγελματίες, γνωρίζοντας τα χαρακτηριστικά της υποψήφιας ανάδοχης ή θετής οικογένειας αλλά και το αναλυτικό κοινωνικό ιστορικό ενός παιδιού από τότε που αυτό εντάχθηκε στο προνοιακό σύστημα όπως και τις ιδιαίτερες ανάγκες του, προωθούν τη σύνδεση του παιδιού με την καταλληλότερη ανάδοχη οικογένεια. Αυτό δεν αποκλείει τη συνεργασία και με άλλους Δήμους και την ενδεχόμενη αναζήτηση αναδόχων από άλλες περιοχές της χώρας πλησιέστερες στον τόπο κατοικίας του ανηλίκου, με την προϋπόθεση να είναι εγγεγραμμένοι στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων. Επιπροσθέτως και λόγο της φύσης του, το “ηλεκτρονικό ταίριασμα” έρχεται εξαρχής σε αντίφαση με την επιδίωξη του “βέλτιστου συμφέροντος” του παιδιού. Καθώς η σύνδεση είναι τυχαία, λαμβάνοντας υπόψη μόνο τις προτιμήσεις των υποψηφίων στην αίτησή τους και καθώς το άρθρο 8 του Ν. 4538/2018 “Ανάδοχοι γονείς – προϋποθέσεις” κατάργησε την κατά το προηγούμενο Π.Δ.86/2009 αναφορά σε σε σειρά επιλογής υποψηφίων αναδόχων στην περίπτωση περισσότερων κατάλληλων γονέων και το οποίο και με σαφήνεια καθόριζε εξαρχής τη σειρά καταλληλότητας των αναδόχων γονέων ως εξής: Ζευγάρια με παιδιά, ζευγάρια χωρίς παιδιά ή σε εξαιρετικές περιπτώσεις μεμονωμένα άτομα με ή χωρίς παιδιά, με προτίμηση στις συγγενικές αναδοχές, αυτοκατάργησε την παράμετρο του συμφέροντος του παιδιού. Και ενώ είναι ευνόητο π.χ. ότι το συμφέρον ενός βρέφους είναι να επιλέγεται γι αυτό, κατ΄αρχάς ζευγάρι γονέων και όχι μεμονωμένο πρόσωπο για λόγους εύλογους (ασφάλεια του παιδιού στη διάρκεια του χρόνου, πρότυπο δύο γονέων του πατρικού και του μητρικού κλπ), το ηλεκτρονικό σύστημα αγνοώντας την παράμετρο αυτή, συνδέει βρέφη για αναδοχή και υιοθεσία με σειρά προτεραιότητας εγγραφής στο Μητρώο. Το ηλεκτρονικό “ταίριασμα” λειτουργεί σε μια τεχνική λογική αποκομμένο από την υποχρεωτική προϋπόθεση του συμφέροντος του παιδιού το οποίο και στη συνέχεια εναποθέτει στους κοινωνικούς λειτουργούς αφενός του ιδρύματος όπου διαβιώνει το παιδί αφετέρου στους κοινωνικούς λειτουργός των υποψηφίων αναδόχων γονέων. ΄Ομως οι πρώτοι δεν γνωρίζουν οτιδήποτε για την υποψήφια ανάδοχη οικογένεια ενώ οι δεύτεροι δεν γνωρίζουν τίποτα για το παιδί προς αναδοχή και καλούνται εκ του μηδενός να καταλήξουν σε ενδεχόμενο “ταίριασμα”. Το παράδοξο αυτό, σε συνδυασμό με τις λίγες, ελάχιστες για τις ανάγκες, αιτήσεις αναδοχής για όλες τις κατηγορίες παιδιών , καθιστά το σύστημα αναποτελεσματικό και εκατοντάδες παιδιά στην χρόνια παραμονή σε ίδρυμα.
Αυτό οδηγεί με τη σειρά του σε μια σειρά μη επιτυχών συνδέσεων και “απορρίψεων” από την πλευρά των κοινωνικών λειτουργών του παιδιού, καθώς δεν υπάρχει ούτε πρωτόκολλο, ούτε κατεύθυνση, ούτε εκπεφρασμένη ρητή άποψη που να αφορά την προτεραιοποίηση των αναδοχών με βάση μια σειρά πραγματικών συνθηκών που πρέπει να συντρέχουν στην ανάδοχη οικογένεια ώστε να της ανατεθεί η φροντίδα ενός ανηλίκου.
Με την κατάργηση της διατύπωσης για προτεραιοποίηση αναδόχων με βάση τη σύνθεση της οικογένειας στον τελευταίο νόμο 4538/2018 και γενικόλογο κριτήριο την αόριστη έννοια του συμφέροντος του ανηλίκου, η Πολιτεία ήρθε η ίδια να αναιρέσει την έννοια του θεσμού της αναδοχής, την οποία υποτίθεται και με επικοινωνιακές πρακτικές ήθελε να εδραιώσει, καθώς στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων ενεγράφησαν στην συντριπτική τους πλειονότητα, έγγαμα ή σε σύμφωνο συμβίωσης ζευγάρια ή μενονωμένα πρόσωπα χωρίς δικά τους παιδιά και με εύλογη επιδίωξη τη μόνιμη και όχι προσωρινή τοποθέτηση ανηλίκων στην οικογένειά τους. Για την αυτονόητη αυτή επιθυμία των υποψηφίων αναδόχων, δημιουργήθηκε και μια υπόγεια αλλά πολύ σαφής επίκριση προς τους υποψηφίους αναδόχους γονείς ότι η πραγματική τους επιδίωξη είναι η υιοθεσία των ανηλίκων και όχι απλώς η αναδοχή τους. Και ενώ το ίδιο το σύστημα, επιλέγει με σειρά προτεραιότητας εγγραφής στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων χωρίς να λαμβάνει υπόψη του την πραγματική συνθήκη (ότι άτεκνα ζευγάρια προφανώς επιθυμούν τη μόνιμη τοποθέτηση παιδιού), “κατηγορεί” το ίδιο τους υποψηφίους αναδόχους για “κρυφές” επιδιώξεις. Αν όμως η Πολιτεία δεν ήθελε να δημιουργήσει αυτή την προσδοκία, θα έπρεπε να διατηρήσει την κατά προτεραιότητα τοποθέτηση ανηλίκων με τη σειρά που όριζε το προηγούμενο νομοθετικό πλαίσιο ή να οργανώσει ένα ειδικό μητρώο υποψηφίων αναδόχων γονέων στην κατεύθυνση της επαγγελματικής αναδοχής για όλα τα παιδιά με τα χαρακτηριστικά της βραχείας αναδοχής μέχρι ληφθούν αποφάσεις για το οριστική τοποθέτηση των παιδιών.
Επιπρόσθετα έχει πλέον σαφώς αποδειχθεί, ότι το ηλεκτρονικό σύστημα έχει αποτύχει εντελώς ως διαδικασία στις συνδέσεις μεγαλύτερων σε ηλικία παιδιών ή παιδιών με βεβαρυμένο κοινωνικό, ιατρικό και ψυχολογικό ιστορικό ή παιδιά με αναπηρίες τα οποία αν και παραμένουν στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων από τότε που αυτό δημουργήθηκε, δεν έχουν καμιά ελπίδα να διασυνδεθούν με ανάδοχες οικογένειες μέσω ενός απρόσωπου συστήματος. Επείγει να γίνουν αλλαγές στο νομοθετικό πλαίσιο της αναδοχής και στη διαδικασία σύνδεσης παιδιών με υποψήφιες ανάδοχες οικογένειες ώστε παράλληλα με το ηλεκτρονικό σύστημα “ταιριάσματος” να υλοποιείται αναδοχή των παιδιών και με παράλληλο τρόπο, με την κοινωνική εργασία των φορέων προστασίας των ανηλίκων και κοινωνικών υπηρεσιών της κοινότητας.
Η ουσία του ζητήματος είναι ότι, δεδομένου ότι δεν υπάρχουν επαρκείς αριθμητικά και ποιοτικά κοινωνικές υπηρεσίες της Κοινότητας να υλοποιήσουν ένα συμβατό με το θεσμό σύστημα αναδοχής, “εφευρέθηκαν” διαδικασίες που δεν μπορούν να εξυπηρετήσουν το σκοπό του.
Άρθρο 4: Αρμόδιοι Φορείς
Οι αρμόδιοι φορείς για τη λειτουργία της διαδικασίας σύνδεσης είναι οι εξής: α) οι κοινωνικές υπηρεσίες αρμόδιες για τη διενέργεια έρευνας, σύμφωνα με το άρθρο 22 του ν. 4538/2018, β) οι φορείς εποπτείας, όπως ορίζονται στο άρθρο 13 του ν. 4538/2018, γ) το Εθνικό Κέντρο Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΕΚΚΑ), στο πλαίσιο των ισχυουσών αρμοδιοτήτων του σχετικά με τη λειτουργία του Πληροφοριακού Συστήματος Αναδοχής και Υιοθεσίας, δ) η αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων, ε) τα Νομικά Πρόσωπα Ιδιωτικού Δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) μη Κερδοσκοπικού Χαρακτήρα, τα οποία λειτουργούν ως Μονάδες Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας, σύμφωνα με τον ν. 4538/2018, στ) η Η.Δ.Ι.Κ.Α. Α.Ε. στην οποία συνίσταται και λειτουργεί «Πληροφοριακό Σύστημα Αναδοχής Υιοθεσίας» σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4538/2018 και της υπ` αρ. Δ11οικ.13734/538/2019 υπουργικής απόφασης «Ανάπτυξη και λειτουργία Πληροφοριακού συστήματος Ειδικών και Εθνικών Μητρώων Ανηλίκων, Αναδοχής και Υιοθεσίας» (Β` 1163).
Μέρος Ι – ΑΝΑΔΟΧΗ
Άρθρο 5: Πρόταση σύνδεσης
1. Το Πληροφοριακό Σύστημα Αναδοχής – Υιοθεσίας (εφεξής «Π.Σ.») περιλαμβάνει τα Εθνικά Μητρώα Ανηλίκων και Υποψήφιων Ανάδοχων Γονέων, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της παρούσας. Η ταξινόμηση των εγγραφών στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων, καθώς και στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Αναδόχων Γονέων ακολουθεί τη χρονολογική σειρά εγγραφής.
2. Το Π.Σ. εκτελεί μία φορά το 24ωρο προγραμματισμένη διαδικασία, κατά την οποία, για κάθε εγγραφή παιδιού με ΑΣΟΑ Αναδοχής, αναζητείται η κατάλληλη εγγραφή υποψηφίων αναδόχων γονέων. Κριτήρια αναζήτησης αποτελούν οι απαντήσεις που δόθηκαν στα ερωτηματολόγια για τον ανήλικο και για τους υποψήφιους αναδόχους γονείς, αντιστοίχως.
3. Εφόσον προκύψει κατάλληλη σύνδεση, τόσο η εγγραφή των υποψηφίων αναδόχων γονέων, όσο και του ανήλικου επισημαίνεται στο Π.Σ. (ως «πρόταση σύνδεσης») και αποστέλλεται ηλεκτρονικό μήνυμα στον κοινωνικό λειτουργό, στον οποίο έχει ανατεθεί η αίτηση των υποψηφίων αναδόχων γονέων καθώς και στον κοινωνικό λειτουργό, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον ανήλικο. Το ίδιο μήνυμα κοινοποιείται και στο ΕΚΚΑ, στο πλαίσιο των ισχυουσών αρμοδιοτήτων του σχετικά με τη λειτουργία του Πληροφοριακού Συστήματος Αναδοχής και Υιοθεσίας.
4. Σε περίπτωση που στη Μονάδα Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας, στην οποία φιλοξενείται ο ανήλικος, δεν υπηρετεί κοινωνικός λειτουργός, τότε ειδοποιείται από τη Μονάδα η αρμόδια υπηρεσία του φορέα εποπτείας, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4538/2018, ώστε να οριστεί κοινωνικός λειτουργός για τη διαδικασία της σύνδεσης.
Άρθρο 6: Επεξεργασία της πρότασης σύνδεσης
1. Συνεργασία μεταξύ των κοινωνικών λειτουργών: εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη λήψη του ηλεκτρονικού μηνύματος της παρ. 3 του άρθρου 5 της παρούσης, πραγματοποιείται η πρώτη διά ζώσης συνάντηση μεταξύ του κοινωνικού λειτουργού, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον ανήλικο, και του κοινωνικού λειτουργού, στον οποίο έχει ανατεθεί η αίτηση των υποψηφίων αναδόχων γονέων. Στη συνάντηση αυτή οι κοινωνικοί λειτουργοί παρουσιάζουν τα προφίλ του ανηλίκου και των υποψηφίων αναδόχων γονέων αντίστοιχα, χωρίς κοινοποίηση των φακέλων. Η συνάντηση αυτή έχει ως σκοπό την εκατέρωθεν ενημέρωση και δεν οδηγεί στη λήψη απόφασης σχετικά με τη συνέχιση ή μη της διαδικασίας σύνδεσης.
2. Συνεργασία μεταξύ των κοινωνικών λειτουργών και των υποψηφίων αναδόχων γονέων: εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη συνάντηση της προηγούμενης παραγράφου, πραγματοποιείται δεύτερη συνάντηση μεταξύ των δύο κοινωνικών λειτουργών και των υποψηφίων αναδόχων γονέων. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο κοινωνικός λειτουργός που εκπροσωπεί τον ανήλικο θέτει στη διάθεση των υποψηφίων αναδόχων γονέων και του κοινωνικού λειτουργού που τους εκπροσωπεί όλα τα στοιχεία του ανήλικου και παρουσιάζει με τον πλέον πρόσφορο τρόπο την προσωπικότητα, τις δραστηριότητες, τα ενδιαφέροντα, την κατάσταση υγείας του και ό,τι άλλο κρίνει απαραίτητο για την ενημέρωση των υποψηφίων αναδόχων γονέων.
Οι υποψήφιοι γονείς, επικουρούμενοι από τον κοινωνικό λειτουργό τους, παρουσιάζουν συνοπτικά τις δυνατότητες και τις προσδοκίες τους στον κοινωνικό λειτουργό του ανηλίκου.
3. Σε περίπτωση σημαντικής χιλιομετρικής απόστασης ή άλλης αντικειμενικής δυσκολίας, οι συναντήσεις του σταδίου επεξεργασίας της πρότασης σύνδεσης δύνανται να πραγματοποιηθούν διαδικτυακά.
4. Κατά την ολοκλήρωση του παρόντος σταδίου, η συμφωνία ή διαφωνία των δύο μερών ως προς την πρόταση σύνδεσης καταχωρείται στο Π.Σ. από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Συγκεκριμένα, ο κοινωνικός λειτουργός της αίτησης μεριμνά για την καταχώρηση τόσο του δικού του πορίσματος όσο και εκείνου του κοινωνικού λειτουργού του ανηλίκου. Στην ειδικότερη περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των υποψηφίων γονέων και του κοινωνικού τους λειτουργού, υπερισχύει η άποψη των υποψηφίων γονέων.
5. Αν και τα δύο μέρη συμφωνούν με την πρόταση σύνδεσης, η συμφωνία δηλώνεται στο Π.Σ. ως «έγκριση» από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Αν έστω ένα από τα δύο μέρη διαφωνεί, η διαδικασία διακόπτεται. Στην περίπτωση αυτή, η διαφωνία δηλώνεται στο Π.Σ. ως «απόρριψη» από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Βάσει αυτοματοποιημένης διαδικασίας του Π.Σ., η μεν εγγραφή των υποψηφίων αναδόχων γονέων επιστρέφει στην προηγούμενη κατάσταση της στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων, διατηρώντας την αρχική της ταξινόμηση, η δε εγγραφή του ανηλίκου επιστρέφει στην προηγούμενη κατάσταση της στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 2: Το σύστημα σύνδεσης εσφαλμένα διατηρεί ίσες αποστάσεις από τους κοινωνικούς λειτουργούς των υποψηφίων αναδόχων γονέων και αυτών του προς αναδοχή ανηλίκου. Και αυτό γιατί ο κοινωνικός λειτουργός των υποψηφίων αναδόχων έχει αυξημένης σημασίας αρμοδιότητα καθώς είναι αυτός που θα αναλάβει και την εποπτεία της αναδοχής όταν αυτή πραγματοποιηθεί. Είναι συνεπώς βασικής σημασίας για τη ευχερέστερη διάγνωση του συμφέροντος του ανηλίκου, ο κοινωνικός λειτουργός των υποψηφίων αναδόχων- που δεν γνωρίζει τίποτα για το προς αναδοχή παιδί- να λαμβάνει εξαρχής γνώση όλου του φακέλου του παιδιού, να συσχετίζει τα χαρακτηριστικά του με αυτά των υποψηφίων αναδόχων (και όσα δεν έχουν γραφεί στην κοινωνική έκθεση που συνέγραψε) τους οποίους γνωρίζει καλά και να μην αρκείται σε όσα του μεταφέρει ο κοινωνικός λειτουργός που σχετίζεται με το παιδί ( μερικές φορές ιδιαιτέρως ελλιπή και με φίλτρο υποκειμενικότητας). ΄Εχουν εντοπιστεί επανειλημμένα περιστατικά εσφαλμένων προσεγγίσεων και πλημμελούς πληροφόρησης των κοινωνικών λειτουργών των υποψηφίων αναδόχων από τους κοινωνικούς λειτουργούς των παιδιών (ιδρυμάτων) που οδηγούν σε μη κατάλληλη συμβουλευτική προς τους υποψήφιους αναδόχους και εν τέλει και στην αποτυχία μιας αναδοχής ή την εύκολη απόρριψής της από τη μία ή την άλλη πλευρά. Οι κοινωνικοί λειτουργοί των υποψηφίων αναδόχων πρέπει να λαμβάνουν εξαρχής λεπτομερείς πληροφορίες για το παιδί, για το κοινωνικό και οικογενειακό ιστορικό (χωρίς τα “φίλτρα” άλλου κοινωνικού λειτουργού) και οπωσδήποτε να έχουν στη διάθεσή τους τη δικαστική απόφαση αφαίρεσης της επιμέλειας του παιδιού από τους γονείς τους, ώστε να ξέρουν οι ίδιοι τα πραγματικά γεγονότα που συνέτρεξαν μέχρι το παιδί να ενταχθεί στο προνοιακό σύστημα ώστε γνωρίζοντας το προφίλ των αναδόχων και τις προσδοκίες τους να τους κατευθύνει κατά τον καταλληλότερο τρόπο.
Άρθρο 7: Περίοδος προσαρμογής
1. Εντός εύλογης προθεσμίας από την καταχώρηση στο Π.Σ. της συμφωνίας των δύο μερών, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 6, της παρούσας, πραγματοποιείται η πρώτη συνάντηση των υποψηφίων αναδόχων γονέων με τον ανήλικο, στο χώρο διαμονής του ανηλίκου. Η συνάντηση αυτή σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου προσαρμογής μεταξύ του ανηλίκου και των υποψηφίων αναδόχων γονέων.
Η περίοδος προσαρμογής δεν έλαβε υπόψη τις συνθήκες που δημιουργεί η απόσταση μεταξύ της κατοικίας των υποψηφίων αναδόχων γονέων και της διαμονής του ανηλίκου. Η προσαρμογή για παιδιά μεγαλύτερα των νηπίων απαιτεί περισσότερο χρόνο στην κατοικία και καθημερινότητα των αναδόχων γονέων που δεν υποκαθίσταται από συναντήσεις σε εξωτερικούς χώρους. Επιπρόσθετα, το σύστημα επιβαρύνει τους υποψηφίους αναδόχους με όλες τις δαπάνες που απαιτούνται (μετακινήσεις, διαμονή-διατροφή στον τόπο διαμονής του ανηλίκου) αντί ως όφειλε να καλύπτει τις δαπάνες ο φορέας εποπτείας ή φορέας ευθύνης του ανηλίκου.
2. Η περίοδος προσαρμογής διαρκεί κατ` ελάχιστον δύο (2) ημερολογιακές εβδομάδες και κατά μέγιστο έναν (1) ημερολογιακό μήνα, με δυνατότητα παράτασης κατόπιν ειδικής τεκμηρίωσης, με λήψη υπόψη της γνώμης του ανηλίκου. Κατά τη διάρκεια της περιόδου προσαρμογής πραγματοποιούνται τουλάχιστον δέκα (10) συναντήσεις, σε διακριτές ημέρες. Στην περίπτωση ανηλίκων κάτω των δύο (2) ετών, οι συναντήσεις αυτές πραγματοποιούνται σε συνεχόμενες ημέρες. Η μία εκ των δέκα (10) τουλάχιστον συναντήσεων πραγματοποιείται στην οικία των υποψηφίων αναδόχων γονέων, εφόσον αυτό καθίσταται δυνατό. Ο προγραμματισμός των συναντήσεων προσαρμόζεται κάθε φορά στις ανάγκες και ιδιαιτερότητες του ανηλίκου, με ευθύνη του φορέα παιδικής προστασίας στον οποίο διαμένει. 3. Οι ανωτέρω συναντήσεις πραγματοποιούνται υπό την εποπτεία του κοινωνικού λειτουργού του ανηλίκου, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του ανηλίκου, κατά τρόπο που συνάδει με την ηλικία και την ωριμότητά του. Η συνάντηση στην οικία των υποψηφίων αναδόχων γονέων πραγματοποιείται παρουσία των δύο κοινωνικών λειτουργών. Σε περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας παρουσία του κοινωνικού λειτουργού του παιδιού, την ευθύνη έχει ο φορέας εποπτείας του τόπου κατοικίας των υποψηφίων γονέων. Ο κοινωνικός λειτουργός των υποψηφίων αναδόχων γονέων δύναται να παρίσταται στις συναντήσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται στο χώρο διαμονής του ανηλίκου, εφόσον αυτό κρίνεται εφικτό.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 3: Ο χρόνος προσαρμογής που προβλέπεται είναι ελάχιστος ως προς τα ανώτατα όριά του, παρά την πρόβλεψη για παράτασή του. ΄Ενα παιδί στην προεφηβεία και εφηβεία χρειάζεται τουλάχιστον έξι μήνες προσαρμογής (aπό την εμπειρική παρατήρηση ελλείψει στατιστιωκών στοιχείων) διαβιώνοντας δοκιμαστικά με τους υποψηφίους αναδόχους. Μάλιστα, το γεγονός ότι η προσαρμογή απαιτεί μία μόνο συνάντηση των αναδόχων με το προς αναδοχή παιδί στην κατοικία των πρώτων (ενώ πολλές φορές δεν πραγματοποιείται ούτε αυτή λόγω απόστασης), καθιστά τη διαδικασία προσαρμογής απολύτως επισφαλή, ιδιαίτερα για παιδιά μεγαλύτερης ηλικίας και παιδιά που δεν έχουν προετοιμαστεί κατάλληλα για την τοποθέτησή τους σε οικογένεια. ΄Οσο περισσότερο ένα παιδί έχει παραμείνει σε ίδρυμα ή διατηρεί επικοινωνία με πρόσωπα της φυσικής του οικογένειας και προσδοκία επιστροφής σε αυτήν, τόσο περισσότερο χρόνο προσαρμογής χρειάζεται για την ομαλή ένταξή του στην υποψήφια ανάδοχη οικογένεια εκτός αν πρόκειται για πρόσωπα που ήδη γνωρίζονται και έχουν αναπτύξει σχέσεις. Ο χρόνος προσαρμογής εξαρτάται σημαντικά από την εμπειρία αναδοχής των υποψηφίων αναδόχων γονέων, μετά από αλλεπάλληλες ενδεχομένως αναδοχές παιδιών που έχουν πραγματοποιήσει (επαγγελματικές ή εθελοντικές αναδοχές) αλλά και την ετοιμότητα του προς αναδοχή ανηλίκου.
Άρθρο 8: Τελική απόφαση επί της πρότασης σύνδεσης
1. Εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ολοκλήρωση της περιόδου προσαρμογής, κατά την έννοια του άρθρου 7 της παρούσης, η τελική συμφωνία ή διαφωνία των δύο μερών ως προς την πρόταση σύνδεσης καταχωρείται στο Π.Σ. από τον κοινωνικό λειτουργό του αίτησης.
Συγκεκριμένα, ο κοινωνικός λειτουργός της αίτησης μεριμνά για την καταχώρηση τόσο του δικού του πορίσματος όσο και εκείνου του κοινωνικού λειτουργού του ανηλίκου. Η γνώμη του ανηλίκου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 7 της παρούσης, πρέπει να αποτυπώνεται στο πόρισμα του κοινωνικού λειτουργού του. Στην ειδικότερη περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των υποψηφίων γονέων και του κοινωνικού τους λειτουργού, υπερισχύει η άποψη των υποψηφίων γονέων.
2. Αν και τα δύο μέρη συμφωνούν με την πρόταση σύνδεσης, η συμφωνία δηλώνεται στο Π.Σ. ως «έγκριση» από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Η καταχώρηση της έγκρισης έχει ως συνέπεια τη μεταβολή της κατάστασης της πρότασης σύνδεσης στο Π.Σ. (μετατρέπεται σε «επιτυχή αναδοχή»). Κατόπιν της ολοκλήρωσης της διαδικασίας σύνδεσης ανηλίκου και υποψηφίων αναδόχων γονέων, ακολουθεί η σύναψη σύμβασης αναδοχής, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην κείμενη νομοθεσία και η τοποθέτηση του ανηλίκου στην ανάδοχη οικογένεια.
3. Αν έστω ένα από τα δύο μέρη διαφωνεί, η διαδικασία διακόπτεται. Στην περίπτωση αυτή, η διαφωνία δηλώνεται στο Π.Σ. ως «απόρριψη» από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Βάσει αυτοματοποιημένης διαδικασίας του Π.Σ., η μεν εγγραφή των υποψηφίων αναδόχων γονέων επιστρέφει στην προηγούμενη κατάστασή της στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων, διατηρώντας την αρχική της ταξινόμηση, η δε εγγραφή του ανηλίκου επιστρέφει στην προηγούμενη κατάσταση της στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 4: Η διαφωνία του κάθε μέρους πρέπει να είναι εμπεριστατωμένη και να διατυπώνονται οι λόγοι διαφωνίας με σαφήνεια. Η αποτυχία, εφόσον απαιτεί την αντίρρηση και ενός μόνο μέρους πρέπει να σημειώνεται από τον κοινωνικό λειτουργό που εξέφρασε τη διαφωνία του επί της σύνδεσης και να αιτιολογείται αυτή. Επιπρόσθετα λείπει ένα πρωτόκολλο για το περιεχόμενο της διαδικασίας σύνδεσης καθώς συχνά αποτρέπονται σχέσεις αναδοχής λόγω εσφαλμένης προσέγγισης από τους κοινωνικούς λειτουργούς του παιδιού, σε θέματα που το αφορούν (ζητήματα υγείας , νομικές εκκρεμότητες, επικοινωνία με τους φυσικούς γονείς ) και μεταφέρονται στους υποψηφίους αναδόχους γονείς ως ακαταλληλότητα της σύνδεσης Δεν πρέπει να αρκεί η απλή διατύπωση της διαφωνίας ή αόριστη διατύπωση ενώ πρέπει να ελέγχονται και να αξιολογούνται οι λόγοι που προβάλλονται και εάν αυτοί ευσταθούν.
Είτε επειδή ο κοινωνικός λειτουργός του ανηλίκου δεν είναι σε θέση να αξιολογήσει τις “εκκρεμότητες” του παιδιού είτε από λόγους ευθυνοφοβίας, είτε συνειδητής αποτροπής της αναδοχής πρέπει να καταγράφεται στο σύστημα ο λόγος μη επίτευξης της αναδοχής. Ειδικά για το νομικό μέρος και παρόλο οι σχετικές οδηγίες σε εγκύκλιο του Υπουργείου είναι σαφείς, κάποιοι κοινωνικοί λειτουργοί χωρίς να διαθέτουν τις απαραίτητητες γνώσεις, προκρίνουν τις δικαστικές εκκρεμότητες του παιδιού και την πιθανότητα επιστροφής του παιδιού στο φυσικό οικογενειακό περιβάλλον. Πολλές προτάσεις σύνδεσης βλ. και παρατήρηση 1, έχουν απορριφθεί από την πλευρά των υποψηφίων αναδόχων, από το “φόβο” της επιστροφής του παιδιού στο φυσικό οικογενειακό περιβάλλον, κάτι που είναι σπανιότατα στην δικαστική διαχείριση των θεμάτων γονικής μέριμνας του ανηλίκου. Μέχρι σήμερα οι κοινωνικοί λειτουργοί ιδρυμάτων και κοινωνικών υπηρεσιών δήμων είναι ανεπαρκώς εκπαιδευμένοι για την εφαρμογή του θεσμού της αναδοχής, γεγονός που ευθύνεται για μεγάλο ποσοστό συνδέσεων με σκοπό την αναδοχή.
4. Αν οι υποψήφιοι ανάδοχοι γονείς απορρίψουν τρεις (3) προτάσεις σύνδεσης, ο κοινωνικός λειτουργός, στον οποίο έχει ανατεθεί η αίτησή τους, οφείλει να διερευνήσει περαιτέρω τους λόγους απόρριψης και δύναται να προβεί σε συμπληρωματική κοινωνική έρευνα, η οποία δύναται να οδηγήσει σε αναθεώρηση των δηλωθέντων προτιμήσεων των υποψηφίων αναδόχων γονέων.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 5: Στο σημείο αυτό πρέπει να διερευνώνται οι λόγοι απόρριψης των προτάσεων. Συχνά οι συνδέσεις που γίνονται ηλεκτρονικά είναι εκτός των προτιμήσεων που έθεσε ο υποψήφιος ανάδοχος γονέας όπως π.χ. για τον αριθμό των παιδιών προς αναδοχή και την ηλικία τους (ενώ κάποιος δηλώνει ότι επιθυμεί να γίνει ανάδοχος ενός παιδιού, του προτείνονται δύο ή τρία παιδιά- αδέλφια και συνήθως απορρίπτει τη σύνδεση) και επίσης, όπως ήδη αναφέρθηκε, είναι ο κοινωνικός λειτουργός του παιδιού που οδηγεί μερικές φορές τον υποψήφιο ανάδοχο στην άρνηση της σύνδεσης. ΄Ενα πλήρες και σωστό σύστημα μετά την απόρριψη μιας σύνδεσης θα ζητούσε αξιολογικά και τη γνώμη των υποψηφίων αναδόχων και θα την κατέγραφε στο σύστημα ώστε να εντοπιστούν και παθογένειες όπου υπάρχουν στο χώρο των ιδρυμάτων.
5. Αν ο κοινωνικός λειτουργός του ανηλίκου απορρίψει τρεις (3) προτάσεις σύνδεσης για τον ανήλικο, τότε οφείλει να ενημερώσει με ηλεκτρονικό μήνυμα το ΕΚΚΑ και να προβεί σε διερεύνηση της δυνατότητας αναθεώρησης της πρότασης οικογενειακής αποκατάστασης του ανηλίκου.
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 6: Σε συνέχεια της παρατήρησης 5, πρέπει να διορθωθεί η παρ. 5, καθώς δέχεται, χωρίς καμιά τεκμηρίωση ότι η αποτυχία της σύνδεσης σε ένα παιδί επί 3 φορές, με ευθύνη του κοινωνικού λειτουργού του, οφείλεται a priori στο λανθασμένο Α.Σ.Ο.Α αντί των λανθασμένων χειρισιμών για την εφαρμογή του.Αρα πριν αλλάξει το ΑΣΟΑ ενός παιδιού πρέπει να αναζητηθούν λεπτομερώς οι λόγοι αποτυχίας της σύνδεσης με τη γνώμη του κοινωνικού λειτουργού του παιδιού και όχι μόνο η αλλαγή του ΑΣΟΑ του παιδιού που δεν ενδείκνυται να διαφοροποιηθεί εφόσον δεν άλλαξαν οι συνθήκες που αφορούν στο παιδί . Το συνηθέστερο λάθος που γίνεται είναι το ΑΣΟΑ υιοθεσίας παιδιού χωρίς να έχουν επιλυθεί οι νομικές τους εκκρεμότητες όσον αφορά την αφαίρεση της επιμέλειας από τους φυσικούς γονείς του παιδιού μέσω δικαστικής απόφασης. Επειδή η υιοθεσία δεν είναι σύμβαση όπως η αναδοχή που συνάπτεται και ιδιωτικά και απαιτεί πάντα δικαστική απόφαση που να την κηρύξει, αν δεν πρόκειται για παιδί που έχει εγκαταλειφθεί πρέπει να τίθεται στο ΑΣΟΑ του η πρόταση “αναδοχή με σκοπό την υιοθεσία του” και όχι η “υιοθεσία’ που δεν εξαρτάται από καμιά κοινωνική υπηρεσία αλλά μόνο από το δικαστήριο.
6. Σε περίπτωση παραμονής του ανηλίκου στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων, χωρίς πρόταση σύνδεσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου από την έναρξη ισχύος της παρούσης, ο κοινωνικός του λειτουργός ενημερώνει τη Μονάδα Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας, η οποία οφείλει να προβεί σε αναθεώρηση του ΑΣΟΑ του ανηλίκου, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τη δυνατότητα εναλλακτικών μορφών αποκατάστασής του.
Μέρος ΙΙ – ΥΙΟΘΕΣΙΑ
Άρθρο 9: Πρόταση σύνδεσης
1. Το Π.Σ. περιλαμβάνει τα Εθνικά Μητρώα Ανηλίκων και Υποψήφιων Θετών Γονέων, όπως ορίζονται στο άρθρο 1 της παρούσας. Η ταξινόμηση των εγγραφών στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων, καθώς και στο Εθνικό Μητρώο Υποψήφιων Θετών Γονέων ακολουθεί τη χρονολογική σειρά εγγραφής.
2. Το Π.Σ. εκτελεί μία φορά το 24ωρο προγραμματισμένη διαδικασία, κατά την οποία, για κάθε εγγραφή παιδιού με ΑΣΟΑ Υιοθεσίας, αναζητείται η κατάλληλη εγγραφή υποψηφίων θετών γονέων. Κριτήρια αναζήτησης αποτελούν οι απαντήσεις που δόθηκαν στα ερωτηματολόγια για τον ανήλικο και για τους υποψήφιους θετούς γονείς, αντιστοίχως.
3. Εφόσον προκύψει κατάλληλη σύνδεση, τόσο η εγγραφή των υποψηφίων θετών γονέων, όσο και του ανήλικου επισημαίνεται στο Π.Σ. (ως «πρόταση σύνδεσης») και αποστέλλεται ηλεκτρονικό μήνυμα στον κοινωνικό λειτουργό, στον οποίο έχει ανατεθεί η αίτηση των υποψηφίων θετών γονέων καθώς και στον κοινωνικό λειτουργό, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον ανήλικο. Το ίδιο μήνυμα κοινοποιείται και στο ΕΚΚΑ, στο πλαίσιο των ισχυουσών αρμοδιοτήτων του, σχετικά με τη λειτουργία του Πληροφοριακού Συστήματος Αναδοχής και Υιοθεσίας.
4. Σε περίπτωση που στη Μονάδα Παιδικής Προστασίας και Φροντίδας, στην οποία φιλοξενείται ο ανήλικος, δεν υπηρετεί κοινωνικός λειτουργός, τότε ειδοποιείται από τη Μονάδα η αρμόδια υπηρεσία του φορέα εποπτείας, σύμφωνα με το άρθρο 13 του ν. 4538/2018, ώστε να οριστεί κοινωνικός λειτουργός για τη διαδικασία της σύνδεσης.
Άρθρο 10: Επεξεργασία της πρότασης σύνδεσης
1. Συνεργασία μεταξύ των κοινωνικών λειτουργών: εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη λήψη του ηλεκτρονικού μηνύματος της παρ. 3 του άρθρου 9 της παρούσης, πραγματοποιείται η πρώτη διά ζώσης συνάντηση μεταξύ του κοινωνικού λειτουργού, ο οποίος είναι υπεύθυνος για τον ανήλικο, και του κοινωνικού λειτουργού, στον οποίο έχει ανατεθεί η αίτηση των υποψηφίων θετών γονέων. Στη συνάντηση αυτή οι κοινωνικοί λειτουργοί παρουσιάζουν τα προφίλ του ανηλίκου και των υποψηφίων θετών γονέων αντίστοιχα, χωρίς κοινοποίηση των φακέλων. Η συνάντηση αυτή έχει ως σκοπό την εκατέρωθεν ενημέρωση και δεν οδηγεί στη λήψη απόφασης σχετικά με τη συνέχιση ή μη της διαδικασίας σύνδεσης.
2. Συνεργασία μεταξύ των κοινωνικών λειτουργών και των υποψηφίων θετών γονέων: εντός προθεσμίας πέντε (5) εργάσιμων ημερών από τη συνάντηση της προηγούμενης παραγράφου, πραγματοποιείται δεύτερη συνάντηση μεταξύ των δύο κοινωνικών λειτουργών και των υποψηφίων θετών γονέων. Κατά τη συνάντηση αυτή, ο κοινωνικός λειτουργός που εκπροσωπεί τον ανήλικο θέτει στη διάθεση των υποψηφίων θετών γονέων και του κοινωνικού λειτουργού που τους εκπροσωπεί, όλα τα στοιχεία του ανήλικου και παρουσιάζει με τον πλέον πρόσφορο τρόπο την προσωπικότητα, τις δραστηριότητες, τα ενδιαφέροντα, την κατάσταση υγείας του και ό,τι άλλο κρίνει απαραίτητο για την ενημέρωση των υποψηφίων θετών γονέων. Οι υποψήφιοι γονείς, επικουρούμενοι από τον κοινωνικό λειτουργό τους, παρουσιάζουν συνοπτικά τις δυνατότητες και τις προσδοκίες τους στον κοινωνικό λειτουργό του ανηλίκου.
3. Σε περίπτωση σημαντικής χιλιομετρικής απόστασης ή άλλης αντικειμενικής δυσκολίας, οι συναντήσεις του σταδίου επεξεργασίας της πρότασης σύνδεσης δύνανται να πραγματοποιηθούν διαδικτυακά.
4. Κατά την ολοκλήρωση του παρόντος σταδίου, η συμφωνία ή διαφωνία των δύο μερών ως προς την πρόταση σύνδεσης καταχωρείται στο Π.Σ. από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Συγκεκριμένα, ο κοινωνικός λειτουργός της αίτησης μεριμνά για την καταχώρηση τόσο του δικού του πορίσματος όσο και εκείνου του κοινωνικού λειτουργού του ανηλίκου. Στην ειδικότερη περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των υποψηφίων γονέων και του κοινωνικού τους λειτουργού, υπερισχύει η άποψη των υποψηφίων γονέων.
5. Αν και τα δύο μέρη συμφωνούν με την πρόταση σύνδεσης, η συμφωνία δηλώνεται στο Π.Σ. ως «έγκριση» από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Αν έστω ένα από τα δύο μέρη διαφωνεί, η διαδικασία διακόπτεται. Στην περίπτωση αυτή, η διαφωνία δηλώνεται στο Π.Σ. ως «απόρριψη» από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Βάσει αυτοματοποιημένης διαδικασίας του Π.Σ., η μεν εγγραφή των υποψηφίων θετών γονέων επιστρέφει στην προηγούμενη κατάσταση της στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Θετών Γονέων, διατηρώντας την αρχική της ταξινόμηση, η δε εγγραφή του ανηλίκου επιστρέφει στην προηγούμενη κατάσταση της στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων.
Άρθρο 11: Περίοδος προσαρμογής
1. Εντός εύλογης προθεσμίας από την καταχώρηση στο Π.Σ. της συμφωνίας των δύο μερών, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 10, της παρούσας, πραγματοποιείται η πρώτη συνάντηση των υποψηφίων θετών γονέων με τον ανήλικο, στο χώρο διαμονής του ανηλίκου. Η συνάντηση αυτή σηματοδοτεί την έναρξη της περιόδου προσαρμογής μεταξύ του ανηλίκου και των υποψηφίων θετών γονέων.
2. Η περίοδος προσαρμογής διαρκεί κατ` ελάχιστον δύο (2) ημερολογιακές εβδομάδες και κατά μέγιστο έναν (1) ημερολογιακό μήνα, με δυνατότητα παράτασης κατόπιν ειδικής τεκμηρίωσης, με λήψη υπόψη της γνώμης του ανηλίκου. Κατά τη διάρκεια της περιόδου προσαρμογής πραγματοποιούνται τουλάχιστον δέκα (10) συναντήσεις, σε διακριτές ημέρες. Στην περίπτωση ανηλίκων κάτω των δύο (2) ετών, οι συναντήσεις αυτές πραγματοποιούνται σε συνεχόμενες ημέρες. Η μία εκ των δέκα (10) τουλάχιστον συναντήσεων πραγματοποιείται στην οικία των υποψηφίων θετών γονέων, εφόσον αυτό καθίσταται δυνατό. Ο προγραμματισμός των συναντήσεων προσαρμόζεται κάθε φορά στις ανάγκες και ιδιαιτερότητες του ανηλίκου, με ευθύνη του φορέα παιδικής προστασίας στον οποίο διαμένει. 3. Οι ανωτέρω συναντήσεις πραγματοποιούνται υπό την εποπτεία του κοινωνικού λειτουργού του ανηλίκου, λαμβάνοντας υπόψη τη γνώμη του ανηλίκου, κατά τρόπο που συνάδει με την ηλικία και την ωριμότητά του. Η συνάντηση στην οικία των υποψηφίων θετών γονέων πραγματοποιείται παρουσία των δύο κοινωνικών λειτουργών. Σε περίπτωση αντικειμενικής αδυναμίας παρουσία του κοινωνικού λειτουργού του παιδιού, την ευθύνη έχει ο φορέας εποπτείας του τόπου κατοικίας των υποψηφίων γονέων. Ο κοινωνικός λειτουργός των υποψηφίων θετών γονέων δύναται να παρίσταται στις συναντήσεις, οι οποίες πραγματοποιούνται στο χώρο διαμονής του ανηλίκου, εφόσον αυτό κρίνεται εφικτό.

Άρθρο 12: Τελική απόφαση επί της πρότασης σύνδεσης
1. Εντός δέκα (10) εργάσιμων ημερών από την ολοκλήρωση της περιόδου προσαρμογής, κατά την έννοια του άρθρου 7 της παρούσας, η τελική συμφωνία ή διαφωνία των δύο μερών ως προς την πρόταση σύνδεσης καταχωρείται στο Π.Σ. από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Συγκεκριμένα, ο κοινωνικός λειτουργός της αίτησης μεριμνά για την καταχώρηση τόσο του δικού του πορίσματος όσο και εκείνου του κοινωνικού λειτουργού του ανηλίκου. Η γνώμη του ανηλίκου, σύμφωνα με τα άρθρα 3 και 7 της παρούσας, πρέπει να αποτυπώνεται στο πόρισμα του κοινωνικού λειτουργού του. Στην ειδικότερη περίπτωση διαφωνίας μεταξύ των υποψηφίων γονέων και του κοινωνικού τους λειτουργού, υπερισχύει η άποψη των υποψηφίων γονέων.
2. Αν και τα δύο μέρη συμφωνούν με την πρόταση σύνδεσης, η συμφωνία δηλώνεται στο Π.Σ. ως «έγκριση» από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Η καταχώρηση της έγκρισης έχει ως συνέπεια τη μεταβολή της κατάστασης της πρότασης σύνδεσης στο Π.Σ. (μετατρέπεται σε «επιτυχής υιοθεσία»). Κατόπιν της ολοκλήρωσης της διαδικασίας σύνδεσης ανηλίκου και υποψηφίων θετών γονέων, ακολουθεί η τοποθέτηση του ανηλίκου στην θετή οικογένεια και η υποβολή αίτησης για υιοθεσία στο αρμόδιο δικαστήριο.
3. Αν έστω ένα από τα δύο μέρη διαφωνεί, η διαδικασία διακόπτεται. Στην περίπτωση αυτή, η διαφωνία δηλώνεται στο Π.Σ. ως «απόρριψη» από τον κοινωνικό λειτουργό της αίτησης. Βάσει αυτοματοποιημένης διαδικασίας του Π.Σ., η μεν εγγραφή των υποψηφίων θετών γονέων επιστρέφει στην προηγούμενη κατάστασή της στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Θετών Γονέων, διατηρώντας την αρχική της ταξινόμηση, η δε εγγραφή του ανηλίκου επιστρέφει στην προηγούμενη κατάστασή της στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων.
4. Αν οι υποψήφιοι θετοί γονείς απορρίψουν τρεις (3) προτάσεις σύνδεσης, ο κοινωνικός λειτουργός, στον οποίο έχει ανατεθεί η αίτησή τους, οφείλει να διερευ-νήσει περαιτέρω τους λόγους απόρριψης και δύναται να προβεί σε συμπληρωματική κοινωνική έρευνα, η οποία δύναται να οδηγήσει σε αναθεώρηση των δηλωθέντων προτιμήσεων των υποψηφίων θετών γονέων.
5. Αν ο κοινωνικός λειτουργός του ανηλίκου απορρίψει τρεις (3) προτάσεις σύνδεσης για τον ανήλικο, τότε οφείλει να ενημερώσει με ηλεκτρονικό μήνυμα το ΕΚΚΑ και να προβεί σε διερεύνηση της δυνατότητας αναθεώρησης της πρότασης οικογενειακής αποκατάστασης του ανηλίκου.
6. Σε περίπτωση παραμονής του ανηλίκου στο Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων, χωρίς πρόταση σύνδεσης για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο του εξαμήνου από την έναρξη ισχύος της παρούσας, ο κοινωνικός του λειτουργός ενημερώνει τη Μονάδα Παιδικής προστασίας και Φροντίδας, η οποία οφείλει να προβεί σε αναθεώρηση του ΑΣΟΑ του ανηλίκου, λαμβάνοντας υπόψη ιδίως τη δυνατότητα εναλλακτικών μορφών αποκατάστασής του.
Άρθρο 13: Μεταβατική διάταξη
Η ισχύς των προθεσμιών, οι οποίες προβλέπονται με την παρούσα, άρχεται από την 20η Σεπτεμβρίου 2020″
ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ 6: Στην διαδικασία σύνδεσης που προβλέπει η συγκεκριμένη υπουργική απόφαση, η σναδοχή και η υιοθεσίας ενός παιδιού αντιμετωπίζεται με τον ίδιο τρόπο, αν και πρόκειται για θεσμούς με διαφορετικό περιεχόμενο, όπως επίμονα το σχετικό υπουργείο επιδιώκει να πείσει χωρίς καμιά επιτυχία, λόγω δικών του λανθασμένων χειρισμών. Και δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικά γιατί η σύνδεση ενός παιδιού είτε πρόκειται να τοποθετηθεί σε ανάδοχη οικογένεια είτε σε υποψήφια θετή απαιτεί τις ίδιες προϋποθέσεις ώστε το παιδί να εγκλιματιστεί στο νέο του περιβάλλον και να βιώσει χωρίς τραύματα την μετακίνησή του σε ένα νέο πλαίσιο ανατροφής. Εκείνο που η Υ.Α. δεν διευκρινίζει, είναι ότι η σύναψη της αναδοχής είναι μια διαδικασία που συνάπτεται μόνο μετά από απόφαση των κοινωνικών υπηρεσιών ενώ η υιοθεσία ακόμη και εάν υπάρχει ΑΣΟΑ υιοθεσίας εξαρτάται από τον έλεγχο των προϋποθέσεων που θα κάνει το αρμόδιο δικαστήριο και την συνδρομή όλων των όρων της υιοθεσίας σύμφωνα με το νόμο.
Επομένως οι υποψήφιοι θετοί γονείς πρέπει να γνωρίζουν ότι ακόμη και αν ολοκληρωθεί η διαδικασία σύνδεσης ενός παιδιού με σκοπό την υιοθεσία του, η υιοθεσία θα πραγματοποιηθεί πολύ αργότερα και αφού ένα δικαστήριο κρίνει ότι το συμφέρον ενός παιδιού είναι να υιοθετηθεί και όχι ενδεχομένως να παραμείνει σε μακροχρόνια αναδοχή. Συνεπώς είτε προς αναδοχή είτε προς υιοθεσία η διαδικασία σύνδεσης είναι η ίδια και δεν υπάρχει κανένας λόγος να διατυπώνεται σε δύο όμοια κεφάλαια. Μπορεί και για διάστημα 2 περίπου χρόνων μέχρι να πραγματοποιηθεί η υιοθεσία του ανηλίκου, οι υποψήφιοι θετοί γονείς έχουν τη θέση των αναδόχων γονέων με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που συνεπάγεται η θέση αυτή. Και αν και σπάνια, υπάρχει η πιθανότητα, αν και δρομολογήθηκε η υιοθεσία ενός παιδιού από τις κοινωνικές υπηρεσίες, η δικαστική απόφαση να είναι αρνητική. Αυτός είναι ο λόγος που οι ανάδοχοι γονείς δεν πρέπει να αποποιούνται το δικαίωμα χρηματικού βοηθήματος αναδοχής για τον ανήλικο που έχουν στην φροντίδα τους μέχρι να πραγματοποιηθεί η υιοθεσία του.
Χρειάζονται αλλαγές, τόσο στο νομοθετικό πλαίσιο όσο και κυρίως στην εφαρμογή του. Χρειάζεται συμμετοχή του νομικού παράγοντα στις αποφάσεις που λαμβάνονται και εποπτεία των αποφάσεων των ιδρυμάτων. Διαρκώς. ΄Οσο ταχύτερα προχωρήσουν, όσο ταχύτερα το κράτος αντιληφθεί ότι κοινωνικές πολιτικές δεν γίνονται με ηλεκτρονικά συστήματα αλλά με εκπαιδευμένους ανθρώπους που πρέπει να δρουν στην κοινότητα και όχι κεντρικά και αφ΄υψηλού και ότι οι αποτυχίες πρέπει να αναδεικνύονται για να διορθωθούν και όχι να αποκρύπτονται άμεσα ή έμμεσα, τόσο θα έχουμε βάσιμες ελπίδες να δούμε αποτελέσματα στην οικογενειακή αποκατάσταση ευπαθών ανηλίκων.