Της Ελένης Γεώργαρου, 22/01/2026
Πώς αισθάνονται οι ανάδοχοι γονείς που μετά από δύο, τρία χρόνια ανατροφής ενός παιδιού, του “παιδιού τους”, καλούνται να το παραδώσουν στους φυσικούς γονείς του, γιατί έτσι έκρινε το δικαστήριο ότι εξυπηρετείται καλύτερα το συμφέρον του; Ποιός έχει την υποχρέωση και σε ποιά βάση στηρίζεται αυτή, να συμπαρασταθεί αυτούς τους ανθρώπους στο πένθος τους, να τους επιβραβεύσει ηθικά για την προσφορά τους και να τους βοηθήσει να πάνε παραπέρα της ζωή τους, χωρίς πικρία, με ή χωρίς παιδί; Και εντέλει, είναι σαφείς οι όροι λειτουργίας του θεσμού της αναδοχής ανηλίκων στη χώρα μας και δίκαιοι για όλες τις πλευρές;
Η βάση της αναδοχής ενός παιδιού είναι η προστασία του με σκοπό να επιστρέψει στη φυσική του οικογένεια ή να υιοθετηθεί. Η στρέβλωση του θεσμού στην Ελλάδα, ώστε σχεδόν όλοι οι ανάδοχοι να προσδοκούν την υιοθεσία, σχετίζεται με τις αργές διαδικασίες από την πλευρά της Δικαιοσύνης για το τελικό καθεστώς της γονικής μέριμνας του παιδιού, την έλλειψη κοινωνικών υπηρεσιών με εμπειρία ώστε να οργανώσουν με χρονοδιάγραμμα την αναγκαία κοινωνική εργασία για την όσο τη δυνατόν συντομότερη διάγνωση των αναγκών του παιδιού και η δυσχερής ανατροπή της θέσης των ιδρυμάτων να κρατούν τα παιδιά μεγάλο χρονικό διάστημα χωρίς να τους παρέχουν καμιά σημαντική υπηρεσία, απλώς καταναλώνοντας χρόνο, από τη ζωή ενός παιδιού για δικούς τους υπαρξιακούς λόγους. Καμιά φορά όμως, σπάνια πάντως, ο χρόνος είναι αναγκαίος για να δοθεί η ευκαιρία στους φυσικούς γονείς να ανακάμψουν. Και οι ανάδοχοι πρέπει να είναι σύμμαχοι στην προσπάθεια αυτή και όχι αντίπαλοι.
Το ζευγάρι της ιστορίας μας κλήθηκε να αναλάβει τη φροντίδα βρέφους που γεννήθηκε με σύνδρομο στέρησης λόγω της μεθαδόνης που έπαιρνε η μητέρα του για να απεξαρτηθεί απο ναρκωτκές ουσίες κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης. Δεν ήταν ικανή να αναλάβει τη φροντίδα του βρέφους στην κατάσταση που βρισκόταν όταν το γέννησε. Η Εισαγγελέας Ανηλίκων ευνόητα στράφηκε στη εκδοχή της αναδοχής, παρέχοντας από την αρχή την ευκαιρία στους γονείς του παιδιού να διατηρούν μια τακτική επικοινωνία μαζί του. Δέχθηκε το ζευγάρι των αναδόχων να αναλάβει τη φροντίδα του βρέφους, γνωρίζοντας ότι οι φυσικοί γονείς, επιθυμούν να αναθρέψουν οι ίδιοι το παιδί τους και υποχρέωσή τους ήταν κάθε βδομάδα να προσέρχονται με το βρέφος για την επικοινωνία. ΄Οταν η σταθερότητα των φυσικών γονέων στο πρόγραμμα επικοινωνίας, η συνέπειά τους στην παρακολούθηση των προγραμμάτων απεξάρτησης και μετα-απεξάρτησης έδειξαν ότι σοβαρά και συνειδητά προσπαθούν να αναλάβουν την ανατροφή του παιδιού τους οι ανάδοχοι γονείς κλονίστηκαν. Σκέφτηκαν να διακόψουν την αναδοχή, γιατί το βάρος της πιθανής απώλειας του βρέφους που ανέτρεφαν επί ένα χρόνο, φαινόταν δυσβάστακτο. Εν τέλει και προς τιμή τους, αποφάσισαν να συνεχίσουν την αναδοχή, συνεχίστηκαν οι τακτικές συναντήσεις του παιδιού με τους φυσικούς γονείς και εν τέλει, μετά από άλλα δύο χρόνια, η δικαστική απόφαση, μια καλή και τεκμηριωμένη δικαστική απόφαση, έκρινε ότι πρέπει το τρίχρονο νήπιο να παραδοθεί στους φυσικούς γονείς του. Συγχρόνως αναγνωρίζει ότι η φροντίδα που πήρε στην ανάδοχη οικογένειά του ήταν η βέλτιστη, οι δεσμοί που αναπτύχθηκαν γονεϊκοί, – ο μικρός αποκαλούσε και τις δύο γυναίκες “μαμά” και τους δύο άνδρες “μπαμπά”- αλλά το συμφέρον του επιβάλλει να ανατραφεί από τη βιολογική του οικογένεια, ώστε όταν μεγαλώσει να μην φέρει το στίγμα “της απόρριψης” από τους βιολογικούς γονείς του. Η απόφαση έθεσε και ασφαλιστικές δικλείδες παρακολούθησης και ελέγχου των φυσικών γονέων από κοινωνικές και ιατρικές υπηρεσίες για να διασφαλιστεί η προστασία του παιδιού σε περίπτωση υποτροπής των γονέων του στη χρήση ουσιών. Ρίσκο βεβαίως, αλλά αναγκαίο. Και το παιδί, μετά από τρία χρόνια, άλλαξε οικογένεια. Η παράδοση ενός παιδιού σε άλλους, ακόμη και τους φυσικούς γονείς, αφήνει τραύμα. Δημιουργεί μια επίπονη απώλεια, γεννά ένα πένθος, εμφανίζεται το σύνδρομο “της άδειας φωλιάς”, καταρρέουν προσδοκίες και ελπίδες χρόνων. Και ίσως χαθεί η ευκαιρία για να συνεχίσει κανείς το δρόμο του στην αναζήτηση ενός παιδιού που θα αναπληρώσει τη γονεϊκότητα που κάποιοι άνθρωποι έχουν απόλυτη ανάγκη. Στη φάση αυτή, η υποστήριξη των “χαμένων” γονιών είναι απαραίτητη. Οι υποψήφιοι ανάδοχοι, ακόμη και εάν μπήκαν στη διαδικασία ελπίζοντας και προσδοκώντας την υιοθεσία, αξίζουν υποστήριξης, συμπαράστασης, επιβράβευσης. Να αισθανθούν ότι η απώλειά τους έπιασε τόπο για το παιδί που τόσο αγάπησαν: Να μεγαλώσει με τους ανθρώπους που το έφεραν στον κόσμο και είναι σε θέση να του προσφέρουν αυτά που χρειάζεται και αξίζει. ΄Ομως ούτε αυτό παρέχεται στο ανάπηρο κοινωνικό μας σύστημα. Το σύστημα κοινωνικής πρόνοιας της χώρας μας αντιμετωπίζει θεσμικά τους αναδόχους γονείς ως χρήσιμα εξαρτήματα στην ανάγκη να κάνει το κράτος το καθήκον του. Να μεγαλώνει τα παιδιά με τον κατάλληλο τρόπο, όχι γιατί τα νοιάζεται, αλλά γιατί αποδείχθηκε παντελώς ανίκανο να ελέγξει κλειστές δομές, να αξιολογήσει πραγματικές ανάγκες φροντίδας των απροστάτευτων παιδιών. Είναι φορές που διακρίνει κανείς και μια χαιρεκακία από ανθρώπους του συστήματος, μια διάθεση “τιμωρίας” στους αναδόχους που κλήθηκαν να πληρώσουν το τίμημα της του “λάθους” τους, να ελπίσουν. Αυτές είναι οι περιπτώσεις που αντιλαμβάνεται κανείς, πόση σημασία έχει, αντί να πληγώνονται άνθρωποι τόσο βαθιά – η απώλεια ισχύει για τους αναδόχους, ισχύει όμως και για το παιδί που επί χρόνια θεωρούσε γονείς του αυτούς και σπίτι του το δικό τους και για το οποίο δεν είναι και βέβαιη η έκβαση της ζωής του με την επιστροφή τους στους φυσικούς γονείς – να λειτουργήσει επιτέλους ο θεσμός της “ανάδοχης πρώτης αγκαλιάς”. Μια διαδικασία που χωρίς να πληγώνει, χωρίς να θλίβει, χωρίς να αφήνει συναισθηματικά ράκη, να προφυλάσσει τα βρέφη και νήπια, έως ότου κριθεί το αληθινό τους συμφέρον. Και οι ανάδοχοι, όσοι ανάδοχοι – υποψήφιοι θετοί έχασαν το παιδί τους, ας αναγνωρίσουν στον εαυτό τους το τεράστιο έργο τους να προσφέρουν σε ένα παιδί την ανατροφή που του άξιζε για όσο καιρό χρειαζόταν. Και το σύστημα, ας βρει λίγο χρόνο να ασχοληθεί και με αυτούς τους ανθρώπους, κάτι τους χρωστά.