Γιατί το αίτημα της αποϊδρυματοποίησης , από μόνο του, είναι αποπροσανατολιστικό στο μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης, σε μεγάλο βαθμό, κοινωνικής προστασίας και παροχής της απαραίτητης φροντίδας των ανηλίκων που τη στερούνται, στην Ελλάδα. Η κοινωνική πρόνοια για τα παιδιά και τους εφήβους που βρίσκονται εκτός και εντός ιδρυμάτων αλλά πάντως σε κακοποιητικό και εν γένει ακατάλληλο περιβάλλον ανατροφής, δεν θα λυθεί ακόμη και εάν τα ιδρύματα (ΜοΠΠ) στη χώρα περιοριστούν ή εξαλειφθούν εντελώς.

Της Ελένης Γεώργαρου, 4/5/2026
Με το σημερινό αναποτελεσματικό λόγω αποσπασματικής λειτουργίας θεσμικό καθεστώς, δηλαδή της προαιρετικής από τους Δήμους κοινωνικής πολιτικής για την φροντίδα κακοποιημένων και εγκαταλελειμμένων ανηλίκων μέσω των Ομάδων Παιδικής Προστασίας (Ο.Π.Α), της παράλληλης – αυθαίρετης εν πολλοίς – αρμοδιότητας των Κοινοτικών Κέντρων στο τομέα αυτόν για τον οποίο δεν προορίζονταν εκ του σκοπού τους, της ανυπαρξίας εκπροσώπησης του τομέα της Παιδικής Προστασίας από τη Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Στεγαστικής Πολιτικής στην οποία εντάχθηκε μόνο «τεχνικά» ελλείψει άλλης υπουργικής αρμοδιότητας (υπάχθηκαν οι υπηρεσίες παιδικής προστασίας του Υπουργείου) , την αναδοχή ανηλίκων όπως με δυσκολία και σημαντικά προβλήματα εξελίσσεται βασιζόμενη σε πρόσωπα και όχι σε σύστημα, η αποϊδρυματοποίηση δεν θα λύσει το σημαντικό κοινωνικό πρόβλημα αντιμετώπισης της ελλιπούς, ακατάλληλης ή ανύπαρκτης φροντίδας του οικογενειακού περιβάλλοντος σε χιλιάδες παιδιά. Ελλιπής και ακατάλληλη φροντίδα που σε μεγάλο βαθμό οδηγεί στη νεανική παραβατικότητα και περιθωριοποίηση των παιδιών. Εν ολίγοις, στην Ελλάδα δεν πρόκειται να αντιμετωπίζονται με επαρκέστερο τρόπο τα φαινόμενα κακοποίησης ή παραμέλησης παιδιών που είναι ο στόχος της κοινωνικής πολιτικής για το Παιδί, εάν επικεντρωνόμαστε μόνο στο ήδη δρομολογημένο από την κοινωνική πολιτική των Βρυξελλών «κλείσιμο» των ιδρυμάτων, που αποτελεί “μέσο” και όχι σκοπός, για την βελτίωση των υπηρεσιών κοινωνικής φροντίδας των ανηλίκων. «Κρούωμεν» λοιπόν «ανοικτάς θύρας», διεκδικώντας σήμερα το κλείσιμο των ιδρυμάτων άνευ άλλου.
Σήμερα διαπιστώνουμε, με δυσάρεστη έκπληξη για την “αφασία” του κοινωνικού συστήματος, ότι καθώς περιορίζονται όλο και περισσότερο οι θέσεις σε ιδρύματα παιδικής προστασίας με το κλείσιμο δομών ιδιωτικών ιδρυμάτων ενώ τα δημόσια ιδρύματα αφενός δεν επαρκούν (π.χ. η Περιφέρεια Κεντρικής Μακεδονίας δεν έχει καμιά δομή προστασίας ανηλίκων, εξαιρουμένου του αυτόνομου Παπαφείου Ιδρύματος αρρένων), αφετέρου απέχουν πολύ από το να θεωρούνται κατάλληλα στη λειτουργία τους (γι αυτό και δεν εντάχθηκαν στις προδιαγραφές της Υ.Α. για τα ιδιωτικά ιδρύματα) ότι πολλά παιδιά εξακολουθούν να παραμένουν στο ακατάλληλο οικογενειακό περιβάλλον ελλείψει «λύσης» για την κοινωνική προστασία τους και την κατάλληλη ανατροφή τους. Η Πολιτεία πολλά επένδυσε – θεωρητικά – στο θεσμό της αναδοχής αλλά καθώς και αυτός στήθηκε «στο πόδι» και εξέπεμψε λάθος ή συγκεχυμένα μηνύματα, υπολείπεται πολύ στην κάλυψη αναγκών χιλιάδων κακοποιημένων από κάθε άποψη παιδιών. Ακόμη και σήμερα η επίσημη κυβερνητική πολιτική δεν ξέρει ακριβώς τί επιδιώκει με το σύστημα αναδοχής όπως το οργάνωσε. Θέλει αναδόχους γονείς για παιδιά που οποιαδήποτε στιγμή κριθεί ακόμη και από ανεπαρκείς κοινωνικές υπηρεσίες, να παραδοθούν στους φυσικούς γονείς τους ή θέλει αναδόχους γονείς που να επιθυμούν μόνιμη αποκατάσταση των παιδιών δια της υιοθεσίας τους; Καθώς δεν έγινε προηγουμένως διερεύνηση αναγκών των ανηλίκων σε ιδρύματα, σε συνδυασμό με τα αιτήματα απομάκρυνσης παιδιών στις Εισαγγελίες δεν ήταν σαφές, για τη χάραξη μιας επιτυχούς πολιτικής, ποιές ανάγκες καλούνταν να εξυπηρετήσει στην χώρα ο θεσμός της αναδοχής. Εάν η κυβέρνηση επιδίωκε την πρώτη εκδοχή (προσωρινοί ανάδοχοι) γιατί δεν έδωσε προτεραιότητα σε αναδόχους με δικά τους παιδιά που δεν θα διεκδικούσαν τα αναδεχόμενα παιδιά τους να παραμείνουν μόνιμα στους ίδιους και τοποθετεί ανηλίκους σε άτεκνα ζευγάρια που ευλόγως επιθυμούν την παραμονή του παιδιού στην οικογένειά τους; Εάν επιδίωκε το δεύτερο, γιατί για πολλά χρόνια έως και σήμερα, μέμφεται – δια των υπαλλήλων της και κάποιων κοινωνικών λειτουργών- αναδόχους γονείς που καλύπτουν τις ελλείψεις του προνοιακού συστήματος σε μόνιμη αποκατάσταση παιδιών και αποσκοπούν στην υιοθεσία των παιδιών που δεν θα ξαναγυρίσουν στη φυσική τους οικογένεια;

Μέχρι σήμερα κάποιοι κακώς ενημερωμένοι και χωρίς επιμόρφωση κοινωνικοί λειτουργοί, αποτρέπουν υποψηφίους αναδόχους να κάνουν αίτηση και για υιοθεσία των παιδιών που ανατρέφουν ή να υποβάλουν αιτήσεις εγγραφής στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων Γονέων όταν ήδη βρίσκονται στο Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Θετών Γονέων διότι καθυστερεί η πρόταση υιοθεσίας πέντε ή περισσότερα χρόνια. Πρόκειται για κοινωνικούς λειτουργούς , στους οποίους το σύστημα έδωσε αδικαιολόγητη εξουσία να χειρίζονται δεδομένα χωρίς να έχουν τις προϋποθέσεις, διότι δεν γνωρίζουν ότι το εθνικό δίκαιο με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα περί αναδοχής, δίνει προτεραιότητα εύλογα στον ανάδοχο γονέα να δημιουργήσει μια μονιμότερη σχέση με το αναδεχόμενο παιδί του είτε αποκτώντας την επιτροπεία του (το σύνολο της γονικής του μέριμνας) ή την επιμέλειά του ή να το υιοθετήσει. Πού αλήθεια είναι το μεμπτό στην πρόθεση αυτή των αναδόχων γονέων; Και πώς, ενώ δεν έχουν λυθεί με το Υπουργείο Δικαιοσύνης τα ζητήματα γρήγορης απονομής της δικαιοσύνης στα ζητήματα γονικής μέριμνας των ανηλίκων, θα προχωρήσει η διαδικασία της υιοθεσίας η οποία συνεχίζει να αργεί χαρακτηριστικά ή όπως θα αποδειχθεί να μην υλοποιείται καθόλου; Σήμερα, εάν είχαμε τα στατιστικά στοιχεία που το Υπουργείο Κοινωνικής Συνοχής και Οικογένεια αρνείται να δημοσιεύσει, θα βλέπαμε ότι το 90% των υιοθεσιών των παιδιών που προέρχονται από το Εθνικό Μητρώο Ανηλίκων (παιδιά που εντάχθηκαν στο σύστημα κοινωνικής πρόνοιας) προέρχεται από προηγούμενες αναδοχές των παιδιών αυτών. ΄Αρα; ΄Αρα, ας σταματήσει το τέχνασμα της αναδοχής των παιδιών που χαρακτηρίζεται “υιοθεσία με νομικές εκκρεμότητες” ώστε να επιλέγονται υποψήφιοι από το Εθνικό Μητρώο Θετών και όχι Αναδόχων, για να μην καταβάλλεται το βοήθημα αναδοχής, ακόμη και εάν το παιδί παραμένει δύο και τρία χρόνια σε καθεστώς αναδοχής. Και ενώ η υιοθεσία είναι διαδικασία που συντελείται από το Δικαστήριο και θεωρητικά υπάρχει η περίπτωση να μην συντελεστεί ποτέ. Ας υπάρχει μόνο ένα Εθνικό Μητρώο Υποψηφίων Αναδόχων με επισημείωση στην αίτηση (“τικ”) ότι ενδιαφέρονται και για υιοθεσία του παιδιού ή όχι, ώστε να μη υπάρχουν οι στρεβλώσεις που σήμερα βλέπουμε. Υιοθεσίες μέσω αναδοχών, όχι εκ του πονηρού αλλά διότι εκεί οδηγούν οι διαδικασίες κοινωνικής φροντίδας ενός παιδιού μέχρι την ολοκλήρωση των νομικών εκκρεμοτήτων.
Είναι πλέον γνωστό, ότι εναλλακτική φροντίδα της αναδοχής ανηλίκων αντί της ιδρυματικής φροντίδας, υφίσταται θεσμικά από το 1992 (Ν.2882/1992) και με βάση τον Αστικό Κώδικα από το 1996 (Ν.2447/1996), ενώ στην πορεία εκδόθηκαν και εκτελεστικά των νόμων προεδρικά διατάγματα (337/1993, 89/2009) που καθιστούσαν απόλυτα εφαρμόσιμο το θεσμό της αναδοχής αντί του αυτόματου εγκλεισμού σε ιδρύματα. Η έλλειψη κάθε ενδιαφέροντος από τις κυβερνήσεις για την κοινωνική πολιτική προστασίας του κακοποιημένου και εγκατελελειμμένου παιδιού και η αντίστοιχη απραξία των Νομαρχιών που είχαν, υποτίθεται, την αρμοδιότητα (όπως επι χρόνια συνέβαινε με τις ιδιωτικές υιοθεσίες) οδήγησαν στο πολλαπλασιασμό των κλειστών δομών παιδικής προστασίας.
Μόλις στα μέσα της δεκαετίας του 2010 πύκνωσαν οι φωνές για την αποϊδρυματοποίηση , ώστε η προστασία και η κοινωνική φροντίδα των παιδιών να καλύπτεται από την αναδοχή τους. Όταν δηλαδή ήδη η Ε.Ε. ξεκίνησε τις προτροπές και την πίεση στην κυβέρνηση να ασχοληθεί επιτέλους με το ζήτημα του ιδρυματισμού που είχε γίνει αποκλειστικός τρόπος φροντίδας των παιδιών στην Ελλάδα (Opening doors for Europe’s children 2013-2019). Για το σκοπό αυτό χρησιμοποιήθηκαν ευρωπαϊκά κονδύλια, η χώρα υπέστη αυστηρή κριτική για την ολιγωρία της να ασχοληθεί με το κρίσιμο αυτό κοινωνικό ζήτημα, καριέρες δήθεν ειδημόνων που δεν μπήκαν ποτέ σε ιδρύματα, δεν είδαν ποτέ ένα παιδί να “μαραίνεται” και να σταματά η ανάπτυξή του σε δομές κλειστής φροντίδας, στήθηκαν πάνω σε απλοϊκά και κοινότοπα συμπεράσματα που επαναλαμβάνονται μέχρι σήμερα χωρίς προτάσεις και συγκεκριμένο σχέδιο (που στο εξωτερικό υφίσταντο εδώ και παραπάνω από 50 χρόνια), αλλά εν τέλει, τα ιδρύματα ακόμη υπάρχουν και δεν θα πάψουν να υπάρχουν διότι είναι απαραίτητα, εάν δεν διαμορφωθεί η ολοκληρωμένη εναλλακτική άποψη φροντίδας παιδιών μέσω οικογενειών και φιλικών δομών φιλοξενίας.
Καθώς το δημογραφικό πρόβλημα γιγαντώνεται λόγω της υπογονιμότητας των νέων Ελλήνων, της άρνησης ή της οικονομικής αδυναμίας τους να τεκνοποιήσουν, της μετανάστευσης μεγάλου τμήματος σε αναπαραγωγική ηλικία που γεννά και ανατρέφει παιδιά στις χώρες φιλοξενίας χάνοντας του δεσμούς με την Ελλάδα, λόγω κακών εκπαιδευτικών και οικονομικών πολιτικών, λανθασμένων πολιτικών επιλογών, αναξιοκρατίας και φαυλοκρατίας, δεν υπάρχει περιθώριο για ολιγωρία και παραμέληση της ευρισκόμενης σε ανάγκη παιδικής ηλικίας. Υγιή παιδιά, υγιείς ενήλικες. Και το αντίστροφο. Και όμως συνεχίζει η ίδια κατάσταση, χρόνια και χρόνια και ο τομέας της παιδικής προστασίας είναι ο τελευταίος τροχός της αμάξης στα πολιτικά προγράμματα όλων των κομμάτων, δεν συζητώ καν για τη θλιβερή κατάσταση τοπικής αυτοδιοίκησης που μαζί με την πολιτική για τα αδέσποτα ζώα αποτελεί τους τομείς που κάνουν σαν να μην υπάρχουν στις αρμοδιότητές τους.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ο μικρός Γιάννης γεννήθηκε το 2012 από μητέρα με νοητική στέρηση – δείκτη νοημοσύνης μικρότερο του 47- και αλκοολικό πατέρα. Από νεογνό, το περιβάλλον ανατροφής του ήταν οι γονείς του, που ζούσαν με τα τρία αδέλφια του πατέρα του και τη μητέρα τους, σε ένα μικρό σπίτι βρώμικο και ακατάστατο γεμάτο καπνό από τα τσιγάρα των ενοίκων του. Ο πατέρας μονίμως μεθυσμένος, χτυπούσε τη μητέρα, δημιουργούσε συνεχώς καυγάδες και εντάσεις.Όταν το παιδί ήταν δύο ετών, οι κοινωνικές υπηρεσίες «ξύπνησαν» και αντιλήφθηκαν ότι το μέρος ανατροφής δεν είναι κατάλληλο για το νήπιο. Κι έτσι προσωρινά τοποθετήθηκε με εισαγγελική παραγγελία στο Δημοτικό Βρεφοκομείο. Δεν ήταν και πολύ τυχερός όμως… Το δημοτικό βρεφοκομείο «Ο ΑΓΙΟΣ ΣΤΥΛΙΑΝΟΣ» το 2014, δεν εφάρμοζε το θεσμό της αναδοχής ή τον εφάρμοζε σπάνια και εξαιρετικά, όπου ήθελε και όταν ήθελε. Σιγά μη σκάσουν, και οι διοικήσεις και το προσωπικό. Στο δικαστήριο που ακολούθησε για την ανάθεση της επιμέλειάς του δίχρονου αγοριού σε καταλληλότερο περιβάλλον, οι προοπτικές ήταν δύο: ίδρυμα ή μητρική γιαγιά που αίφνης ζήτησε την επιμέλεια του νηπίου. Η μητρική γιαγιά είχε και η ίδια νοητική υστέρηση και ψυχική διαταραχή και συμβίωνε με τον ενήλικο αδελφό της και τον γιό της, αμφότεροι με νοητική υστέρηση, χωρίς εργασία και χωρίς πόρους. Ποιο ήταν το καταλληλότερο περιβάλλον για να ανατραφεί το δίχρονο αγοράκι; Κανένα, αλλά κάπου έπρεπε να πάει…΄Ετσι το παιδί με δικαστική απόφαση βρέθηκε να ανατρέφεται από τη γιαγιά του (θεωρητικά καλύτερα από ίδρυμα) υπό συνθήκες ευκόλως εννοούμενες.Ένα μωρό στην περίοδο που αναπτύσσεται ο εγκέφαλός και η συναισθηματική του κόσμος, ανατρέφεται από τρεις ανθρώπους με νοητική υστέρηση και ψυχικές διαταραχές. Ποιο θα ήταν το στοιχειώδες, αναμενόμενο σε μια πολιτισμένη προνοιακά χώρα; Το παιδί να έχει τουλάχιστον τακτική παρακολούθηση και εποπτεία ώστε να γίνει έγκαιρη παρέμβαση μόλις χρειαστεί. Η Ελλάδα όμως δεν επένδυσε ποτέ στον τομέα της κοινωνικής φροντίδας. Εννέα χρόνια μετά, το 2023, η ίδια εισαγγελέας ανηλίκων που απομάκρυνε το δίχρονο τότε αγόρι από τους γονείς του κλήθηκε να αποφασίσει για νέα απομάκρυνση του παιδιού από την ακατάλληλη γιαγιά του. ΕΝΝΕΑ ΧΡΟΝΙΑ ΜΕΤΑ! Το παιδί 11 ετών πλέον, υποσιτισμένο, με τεράστια μαθησιακή υστέρηση, με χαμηλή σωματική ανάπτυξη με σοβαρά προβλήματα υγείας λόγω κακής διατροφής, παιδί που «βρωμούσε» στο σχολείο και έτσι ασχολήθηκαν οι κοινωνικές υπηρεσίες, έπρεπε και πάλι να απομακρυνθεί και να πάει αλλού. Αλλά πού; Μόνο ένα ίδρυμα υπήρχε για την ηλικία του. Το προνοιακό σύστημα ανασκουμπώθηκε;, συναισθάνθηκε την ενοχή του για τους χειρισμούς του; και έσπευσε να αναζητήσει ανάδοχη οικογένεια δια της τοποθετήσεως σε ίδρυμα… Και ναι, για μια φορά στη ζωή του ο Γιάννης υπήρξε τυχερός. Βρέθηκε μια ηρωική γυναίκα – ειλικρινά δεν ξέρω ποιόν άλλο όρο να χρησιμοποιήσω- και δέχθηκε να αναλάβει ένα παιδί 11,5 χρόνων, πνευματικά, μαθησιακά και κοινωνικά ευρισκόμενο στην ηλικία των πέντε ετών, ασθενές σωματικά (χαμηλή ανάπτυξη, κατεστραμμένα δόντια και πεπτικό σύστημα) και δέχθηκε να αναλάβει τη ζωή αυτού του παιδιού από την αρχή. Το παιδί αυτό που από την ηλικία των δύο ετών έπρεπε να τοποθετηθεί σε ανάδοχη οικογένεια, βρέθηκε να έχει χάσει το μεγαλύτερο μέρος της παιδικής του ηλικίας, να κάνει τεράστια προσπάθεια να αναπληρώσει το χαμένο χρόνο και να παρά τρίχα, να συνεχίσει τη ζωή του στο ίδρυμα αρρένων, με τα γνωστά αποτελέσματα.
Ναι το ξέρουμε όλοι πια, το ίδρυμα είναι ένα άσχημο μέρος να μεγαλώνει ένα παιδί… Αλλά μήπως είναι κατάλληλο μέρος να μεγαλώνει σε ένα σπίτι που το ξυλοφορτώνουν, το βρίζουν, το απαξιώνουν, του φέρονται πρόωρα ως ενήλικα, το βιάζουν, το καίνε, αγνοούν και δεν ανταποκρίνονται τις ανάγκες του, δεν του απευθύνονται και δεν το υπολογίζουν, το καθιστούν «αμέτοχο θεατή» σε κάθε είδους εθισμούς και ενδοοικογενειακές συγκρούσεις;
Σήμερα βρισκόμαστε σε ένα δύσκολο σημείο. Η αναδοχή είναι λάθος οργανωμένη και δεν μπορεί να καλύψει τις ανάγκες χιλιάδων παιδιών που ζουν σε ιδρύματα, αν και ομολογουμένως κατάφερε να αποκαταστήσει και αρκετά παιδιά που υπό άλλες συνθήκες θα τοποθετούνταν ή θα περέμεναν σε ίδρυμα ή στο κακοποιητικό περιβάλλον όπου γεννήθηκαν ή βρέθηκαν. Η αναδοχή ως θεσμός χρειάζεται αναθεώρηση με βάση τα συμπεράσματα που εξήχθησαν τα πέντε αυτά χρόνια που εφαρμόζεται συστηματικά στη χώρα μας.
Ενδεικτικά, η αναδοχή θα λειτουργήσει μόνο εάν δημιουργηθούν: 1. ΄Ενα “σώμα” μόνο επαγγελματιών αναδόχων που θα αναλαμβάνουν από 1-4 παιδιά στο σπίτι τους και θα το μεγαλώνουν υπό συνθήκες οικογένειας. 2) Από αναδόχους όπως υπάρχουν σήμερα που επιθυμούν να προχωρήσουν την αναδοχή του παιδιού σε υιοθεσία ή σε μόνιμη τοποθέτηση κοντά τους. 3)Από τους αναδόχους – επαγγελματίες βραχείας αναδοχής για τις κατεπείγουσες περιπτώσεις απομάκρυνσης παιδιών οι οποίοι θα έχουν πάντα ένα «άδειο κρεβάτι» διαθέσιμο για να φιλοξενήσουν ένα παιδί σε κίνδυνο. Και οπωσδήποτε δεν μπορεί να εκλείψουν οι δομές (σπίτια) φιλοξενίας ανηλίκων που να φιλοξενούν μέχρι 5-7 παιδιά με ειδικές συνθήκες ανατροφής ή παιδιά που δεν μπορεί να μεταβούν σε ανάδοχες οικογένειες. Και βέβαια, επειδή η ζωή είναι απρόβλεπτη, το μέλλον ενός παιδιού πάντα θα εξαρτάται από τις συνθήκες που θα έχουν δημιουργηθεί στην πορεία και δεν θα δημιουργούνται στεγανά σε κανένα επίπεδο εξωιδρυματικής φροντίδας ενός παιδιού.
Αλλά τα σχήματα αναδοχής και φιλοξενίας σε δομές δεν είναι το πρώτο ζήτημα. Το πρώτο ζήτημα είναι ο έγκαιρος εντοπισμός της ακατάλληλης φροντίδας αλλά και να πάψουν τα λειτουργούντα δημόσια ιδρύματα παιδιών και ενηλίκων με αναπηρία να αποτελούν μια κοινωνική ντροπή. Κανένα παιδί ακόμη και με υποψία κινδύνου από τη γέννησή του (γονείς νοητικώς υστερούντες, χρήστες ουσιών, ψυχιατρικοί ασθενείς, εθισμένοι) δεν πρέπει να μένει χωρίς άμεση και συνεχή εποπτεία από τις κοινωνικές υπηρεσίες. Ποιες κοινωνικές υπηρεσίες θα μου πείτε; Ε, αυτό είναι το θέμα. Χωρίς επαρκείς και κατάλληλα καταρτισμένους εργαζόμενους στον τομέα της κοινωνικής προστασίας ανηλίκων (χρειάζονται σοβαρές αλλαγές και διεύρυνση στις σπουδές και την πρακτική άσκηση των Τμημάτων Κοινωνικής Εργασίας αλλά και αλλαγή νοοτροπίας των επαγγελματιών κάποιες φορές, εκτός από τις προσλήψεις ή τις εξωτερικές συνεργασίες), χωρίς την εποπτεία και αξιολόγηση, χωρίς τη διεπιστημονικότητα και όχι μόνο των υπηρεσιών (κοινωνικοί λειτουργοί, ψυχολόγοι, παιδοψυχίατροι, δικηγόροι, εκπαιδευτικοί, έμπειροι ανάδοχοι και θετοί γονείς), χωρίς παρέμβαση στο σύστημα Δικαιοσύνης με τις κοινωνικές υπηρεσίες των δικαστηρίων και συνηγορία – υπεράσπιση του ίδιου του παιδιού όχι μόνο δια του Εισαγγελέα που δεν επαρκεί διότι υπερβαίνει τα καθήκοντά του, τί ακριβώς θα προσφέρει η «αποϊδρυματοποίηση» στην Ελλάδα;
Περισσότερα κακοποιημένα παιδιά στον περιβάλλον που ήδη ζουν με δήθεν παρακολούθηση και προστασία από τις ανύπαρκτες κοινωνικές υπηρεσίες, για τις οποίες μέχρι σήμερα δεν έγινε ούτε ένα βήμα προόδου. Η αποσπασματικότητα παρέμβασης των κοινωνικών υπηρεσιών, οι μεγάλες διαφορές από Ο.Τ.Α. σε Ο.Τ.Α, η έλλειψη γενικού συντονισμού και κοινής βάσης δεδομένων ώστε να καταγράφονται τα περιστατικά ακατάλληλης φροντίδας ανηλίκων σε όλη τη χώρα και να είναι γνωστά σε όλες τις κοινωνικές υπηρεσίες και όλα τα σχολεία, η εφαρμογή της αναδοχής κατά τρόπο που κάθε κοινωνικός λειτουργός έχει στο μυαλό του και ανάλογα με την ωριμότητα και δεκτικότητα του κάθε αναδόχου, καθιστούν το σύνθημα της αποϊδρυματοποίησης άνευ ουσίας. Πολλοί μιλάνε γι αυτήν αλλά κανείς για τη διαχείριση του προβλήματος μετά από αυτήν. Εκτός των άλλων ας σκεφτούμε σοβαρά μήπως η τοπική αυτοδιοίκηση δεν είναι κατάλληλη και δεν μπορεί να ανταποκριθεί στην αρμοδιότητα της Παιδικής Προστασίας ή ίσως δεν πρέπει. Γιατί η υπόθεση της Κοινωνικής Φροντίδας των ανηλίκων απαιτεί κεντρικό συντονισμό, ενιαία πολιτική και αντιμετώπιση, κοινό ιδεολογικό υπόβαθρο και χρήση κοινών εργαλείων πρόληψης και αντιμετώπισης. Μήπως να ξαναβλέπαμε έναν Εθνικό Οργανισμό για την Παιδική Προστασία με παραρτήματά στις Περιφερειακές Ενότητες και συνεργάτες τις κοινωνικές υπηρεσίες των Δήμων; Λέμε τώρα, για τη νέα κυβέρνηση…